Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Τα καραμάνια

Τα καραμανάδικα ήτανε φορεσιά εθνική και μεγαλόπρεπη όσο κι οι φουστανέλλες.  Όσο αυτές ανεμίσανε στους κάμπους και στα κορφοβούνια άλλο τόσο και με πιό πολλά αποτελέσματα και τα καραμάνια ανεμίσανε στα ιστορικά καράβια μας πρύμα-πλώρα ξάρτια και πανιά, σε βρίκια και μπουρλόττα και μας δώσανε δικές μας τις θάλασσές μας που χαρίζουνε πάντα τη νίκη στον κυρίαρχό τους.


Η φορεσία αυτή φειανότανε όλη στον τόπο απάνω και στο σπίτι του καθενός.  Η καλή ραβότανε κι από μαστόρους ειδικούς, τους Ελληνορράπτας, οι οποίοι αντεφέροντο αργότερα κατά των φραγκορραπτών.


Εκόστιζε δε έναν κόσμο παράδες, που κείνη την εποχή ήτανε πιό ακριβοί (οι παράδες) , η αξία τους ήτανε μεγαλύτερη από σήμερα.  Αλλά δεν φειανότανε για μια χρονιά ή για μια περίοδο, φειανότανε για ολόκληρη ζωή και η καλή παραδινότανε κληρονομικά από πατέρα σε γυιό και έφτανε σε εγγόνια και δισεγγόνια.  Κι όσα καραμανάδικα φυλάγονται σήμερα σε μουσεία και συλλογές είναι φειαγμένα και πριν ακόμα από την ηρωϊκή και ένδοξη Ελληνική περίοδο της Εθνικής μας αναστάσεως.


Xαρακτηριστικά τμήματα της ενδυμασίας
είναι η νησιώτικη βράκα ή «καραμάνι»,
 το «γιλέκο» ή κουμπούρι, μεγάλο φέσι,
βαμβακερές κάλτσες και οι «κουντούρες» ή γόβες
(ιστορικό αρχείο Ύδρας)
 Στο ντύσιμό του ο καραμανάς ακολουθεί την εξής σειρά. Φόραγε πρώτα κατάσαρκα την Υδρέϊκια πλεκτή φανέλλα η οποία ήταν και άριστη προφύλαξις κατά των ρευματισμών.  Ύστερα κι από πάνω από τη μάλλινη αυτή λευκή φανέλλα ο καραμανάς φόραγε άλλη βαμπακερή αυτή, χρωματιστή που σκέπαζε ολόκληρη τη λευκή. Πάνω από την χρωματιστή φόραγε άσπρο μεταξωτό ουγιωτό πουκάμισο και από πάνω βελουδένιο γιλέκο πάντοτε σταυρωτό με κουμπιά πλεχτά από κορδονέττο.  Στα τσεπάκια του γιλέκου έβαζε ο καραμανάς  πρόχειρα χρήματα –το κύριο κεμέρι το βαζε στο ζουνάρι-, στο αριστερό συνήθως τ’ ωρολόϊ του.   Από τον αριστερό ώμο κρέμαγε την καπνοσακκούλα του που έφτανε και ακούμπαγε στην τσέπη του ρολογιού.  Από τη δεξιά μασχάλη της πλάτης έως την αριστερή μεριά της μέσης στερεώνανε πλάγια ένα μεγάλο μεταξωτό μαντήλι.  Απαραίτητη ήταν η κάπα ή τζάκα από βαρύ μάλλινο ύφασμα και στολιζότανε μπρος πίσω και στα μανίκια με γιορτάνια. Στα χέρια τους φοράγανε τη βέρρα τους και όποιος είχε και το δικό του δαχτυλίδι το οποίο ήταν ατομικό του καθενός.  Είχε δεμένο στο χρυσάφι του μια μεγάλη διαμαντόπετρα ή έναν «δακτύλιον λίθον» όπου έφερνε χαραγμένη κάποια απεικόνιση και το οποίο χρησίμευε για σφραγίδα και υπογραφή εις τους «αγεύστους γραμμάτων».  Που και που ο καραμανάς φόραγε στ’ αριστερό του αυτί χρυσό σκουλαρίκι.


Θυμόμαστε πολλούς καραμανάδες υδραίους όπως, τον μαστρο-Μιχάλη το Περβαινά τον μπογιατζή, τον μπαρμπα Γεώργη Παύλου τον οποίον λέγαμε Ποργιώτη,  τον μπάρμπα Γεώργη τον Καλαφάτη, τον μπάρμπα Βασίλη τον Καραντώνη. Επίσης τον μαστρο Αλέξη τον Μπόμπολα τον μπρισιμιτζή, που είχε το σπιτάκι του δίπλα στον Άγιο Κωνσταντίνο που τώρα εφημερεύει ο παπα Αντώνης ο Φρουδάκης.


Μα κείνος που πέρναγε όλους τους άλλους στα καραμανάδικά  του ήτανε ο καπετάν Γιάννης ο Καραμήτσος.


Θυμόμαστε ακόμη τον μπάρμπα Γιεώργη τον Βούλγαρη τον μυλωνά, τον μπάρμπα Νικολό τον Καλαφάτη, τον καπετάν Δημήτρη τον Ρούσση ή Φύτση, τον μαστρ’ Αναστάση τον κράκα, τον κιούση, τον μπάρμπα Γεώργη τον Λολίκε στο Βληχό, το μπάρμπα Γιάννη το Λεμπέση, το μπαρμπ’ Αναγνώστη το Σεισμό, το μπάρμπα Γιάννη το Γκιώνη στον Παλαμηδά, το μπάρμπα Νικολό το Βούλγαρη τον Ζάβαλη, το μπάρμπα Στεφανή το Σβόμπο,τον γεροψαρά Καρακατσάνη νή Λόπιζα, τον μπάρμπα Δήμα το Ντεντεθάτη ή Κοκράνη ....και πόσοι ακόμη...


Ζούσανε στα παιδικά μας χρόνια πολλοί.  Εκατοντάδες. Πολλών η μορφή, από πολλές αφορμές, αναπλάσσεται στη μνήμη μας αλλά δεν συναναπλάσσεται και το όνομά τους.


Γειά σας. Χαρά σας φίλοι.


Νικ. Γ. Χαλιορής


Εν Πειραιεί τη 29 Ιουνίου 1959
Πηγή: Από το αρχείο του Μπάμπη Μωρές
           Απόσπασμα από άρθρο του περιοδικού Το Μέλλον της Ύδρας του 1959

2 σχόλια:

  1. ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΦΛΥΑΡΙΑΙ ΤΙΝΕΣ ΕΠ᾿ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΟΣ.
    Μπαρμπα Γιώργης Λολίκε, ἢ Λολίκης.
    Μορφὴ κοσμοκαλόγερου ἑρημίτου. Ὁ μόνος, ἴσως, κάτοικος τοῦ Βλυχοῦ, περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Ἔζη ἁλιεύων.
    Τὸ ἑρημητήριόν του ἦτο τὸ ἐκκλησόσπιτον τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς ἐπὶ τοῦ βράχου.
    Γηράσας, περὶ τὸ 1920, ἐπώλησε τὸ ἐνδιαίτημά του εἰς τὸν ἀρχιμανδρίτην Εὐθύμιον Οἰκονόμου ὁ «θεῖος ὁ παππᾶς» διὰ τὴν οἰκογένειάν μας καὶ «παπα Φαράσης» διὰ τὸν λοιπὸν κόσμον (ἀπόγονος τοῦ Ἀντωνίου Οἰκονόμου).
    Ὁ Εὐθύμιος, παππᾶς ὤν, διὰ λόγους κοσμιότητος, ἔκτισε μικρὸν τουρκικὸν ἀποχωρητήριον «χαλέν», κάτωθι τοῦ βράχου.
    Κάποιοι λίαν εὐσεβεῖς καὶ ἀντιληπτικώτεροι αὐτοῦ περὶ τὰ θεῖα, τὸν κατήγγειλαν εἰς τὸν δεσπότην, ὁ ὁποῖος, σημειωτέον, τὸν ἐξετίμα ἰδιαιτέρως διὰ τὴν ἁπλότητά του, τὴν καλὴν γνῶσιν τῶν ἀρβανίτικων καὶ τὴν φιλανθρωπίαν του.
    Ὁ ἀγαθὸς ἀρχιμανδρίτης ἐνεφανίσθη εἰς τὸ «δεσποτικὸν», διὰ νὰ ἀπολογηθῇ. Ἐστάθη εἰς τὴν εἴσοδον τῆς αἰθούσης, μὴ προχωρῶν οὔτε βῆμα πρὸς τὸν ἐπίσκοπον.
    Δεσπότης (χαριεντιζόμενος): Τὶ ἔμαθα Εὐθύμιε! Ἔφτειαξες χαλὲν δίπλα στὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἁγιαπαρασκευῆς;
    Εὐθύμιος: Τὶ λέγουν οἱ μπιθσκιντήληδες ζώτ-Σεβασμιώτατε! Δίπλα! Τὶ δίπλα! Μακρυά τὄφτειαξα. Νὰ γιὰ νὰ καταλάβῃς, ἐδὼ ποὺ στέκομαι εἶναι ἡ Ἁγιαπαρασκευή -μεγάλη χάρη της- καὶ κεῖ ποὖσαι σύ, εἶν᾿ ὁ ἀπόπατος...!
    Ὁ δεσπότης ξεκαρδίστηκε στὰ γέλια καὶ ξαπέστειλε τὸν ἀγαθὸν παπα Φαράσην μὲ πατρικὰς εὐχάς (μᾶλλον στ᾿ ἀρβανίτικα).
    Διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν Λολίκην ὅμως, σημειωτέον ὅτι οὗτος πρέπει νὰ ἦτο ὁ πρῶτος εἰσαγαγὼν τὸ «σούσι» ἐν Ἑλλάδι, ὡς τρώγων τὰ ἁλιεύματά του ὠμά!
    Θυμοῦμαι, «παπαδάκι» εἰς τὰς λειτουργίας τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς, τὸν ἀείμνηστον ἀββᾶν Γερμανὸν τοῦ Προφήτου Ἡλιοῦ, λειτουργοῦντα, νὰ μνημονεύῃ εἰς τὴν προσκομιδὴν καὶ τὸν Γεώργιον Λολίκην.
    Ὁ παπα Φαράσης, ὅταν ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὸ 193.., τὰ μόνα περιουσιακὰ στοιχεῖα ποὺ ηὗρον αἱ εὐσεβεῖς ἀδελφαί του, ἧσαν 12 χάλκιναι δεκάραι καὶ ἓν σημείωμα, τὸ ὁποῖον φυλάσσω εὐλαβῶς εἰς τὰ εἰκονίσματα, διὰ τοῦ ὁποίου διετάσσοντο νὰ τὰς δώσουν ὑπὲρ τοῦ ...Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τα γιλέκια δεν ήταν πάντα σταυροτά αλλά και ίσια μπροστά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

metamarks