Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΑΠΠΑ

Θέλησα μέσα από αυτή τη προσπάθεια να βοηθήσω στην αναβίωση και υπενθύμιση τόσο του έργου του ζωγράφου Γιάννη Ράππα όσο και του ανθρώπου του ίδιου.  Διέθεσα λοιπόν όσο υλικό υπήρχε στο αρχείο του Μπάμπη Μωρές, ενός από τους ανθρώπους που τον πιστέψανε και τον προώθησαν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.  Έτσι για να μη ξεχνάμε τους ανθρώπους που περάσανε αλλά δεν πρέπει να λησμονηθούν ποτέ.
ΣΟΦΙΑ ΜΩΡΕΣ

O Γιάννης Ράππας γεννήθηκε το 1905 στην Ύδρα.  Από μικρό παιδί μέχρι και τα 55 του χρόνια, ασκούσε το επάγγελμα του ψαρά για να μπορεί να θρέψει τη πολυμελή οικογένειά του, καθώς ήταν πατέρας οκτώ παιδιών.  Η πρώτη του ενασχόληση με τη ζωγραφική όπως είχε δηλώσει ο ίδιος στον Τύπο τη δεκαετία του 1960 , ήταν όταν επιχείρησε κάποια στιγμή να βάψει το σκαρί της βάρκας του.  Έκτοτε, έφτιαχνε περιστασιακά ταμπέλες για διάφορα μαγαζιά της Ύδρας.  Το 1960 άρχισε να σχεδιάζει βάρκες και σπίτια πάνω σε χασαπόχαρτα,  Τα σχέδια αυτά έλκυσαν την προσοχή του επίσης Υδραίου και γνωστού ζωγράφου Νικόλαου Χατζηκυριάκου Γκίκα, ο οποίος τον παρότρυνε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την ζωγραφική.  Ο ίδιος μάλιστα υπήρξε έκτοτε ο πρώτος, και ένας από τους κυριότερους πελάτες του Ράππα.
Ο Ράππας στην ηλικία πλέον των 55 χρόνων , συνέχισε να δουλεύει τον χειμώνα στα παραγάδια, και παράλληλα να ζωγραφίζει τοπία της Ύδρας.  Όπως είχε δηλώσει ο ίδιος στα πρώτα χρόνια της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας, τα τοπία του ήταν έρημα γιατί του ήταν δύσκολο να ζωγραφίζει ανθρώπους.  Το έργο του «Η Ναυμαχία του Ναυρίνου» απέδειξε  ότι ήταν άξιος στο να εκτελεί σπουδαία έργα μεγάλων διαστάσεων.  Σιγά – σιγά, προσέθεσε νέα χρώματα στην παλέτα του και το σχέδιό του απέκτησε μεγαλύτερη ελευθερία.  Πρόσωπα άρχισαν να εμφανίζονται στις συνθέσεις του, κυρίως  σε απεικονίσεις εσωτερικών καταστημάτων.  Παράλληλα, συνέχισε να απεικονίζει ως επί το πλείστον τοία, πάντα εμπνευσμένα από την αγαπημένη του Ύδρα.  Στους περισσότερους πίνακές του απεικονίζει δρόμους και διαβατικά της Ύδρας και των χωριών της, μέρη στα οποία περπάτησε και έζησε όλη του τη ζωή.  Η Ύδρα ήταν τη δεκαετία του ΄60 ένα νησί με έντονη καλλιτεχνική και κοσμοπολίτικη ζωή.  Το γεγονός αυτό έφερε σε επαφή τον ζωγράφο Περικλή Βυζάντιο, τον εφοπλιστή Κ. Βερνίκο, και πολλούς άλλους διάσημους, οι οποίοι έγινα πελάτες του.  
Αυτό που κάνει τον λαϊκό ζωγράφο και ψαρά της Ύδρας, ξεχωριστό είναι η ειλικρίνεια, η απλότητα και  η ζεστασιά που αντικατοπτρίζονται στο έργο του, το οποίο φαντάζει καθαρά ελληνικό Την ελληνικότητα τονίζει το φως του ήλιου, η θάλασσα και οι σκηνές της καθημερινής ζωής.  Οι πίνακές του προκαλούν θαυμασμό για την γραφική ομορφιά αλλά και το μεράκι που τους διακρίνει .. Τα χρώματα που χρησιμοποιεί είναι γήινα και  ζωντανά. Η απόδοση της προοπτικής σε πολλά έργα δεν είναι σως΄τη, ο αυτοδίδακτος καλλιτέχνης όμως καταθέτει ένα ειλικρινές κομμάτι της ψυχής του.  Για το λόγο αυτό, αλλά και για τη θεματολογία του , ο Γιάννης Ράππας κατατάσσεται στους σύγχρονους Έλληνες λαϊκούς ζωγράφους.  Η πνευματική και οικονομική άνθηση σε συνδυασμό με το μαχητικό πνεύμα, που χαρακτηρίζουν την Ελλάδα του 18ου αιώνα, είχαν ως συνέπεια την καλλιτεχνική ανάσταση του ελληνικού λαού και τη δημιουργία της τέχνης που αποκαλούμε λαϊκή.  Η λαϊκή ζωγραφική γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη από τον 18ο αιώνα ως και τις αρχές του 0ού.  Ο αυθορμητισμός, η φαντασία πέρα από περιορισμούς στο θέμα, ταχρώματα, την ιδέα, αλλά και το στήσιμο των προσώπων και των αντικειμένων, κάνουν την λαϊκή ζωγραφική μια από τις πιο αυθεντικές εκφράσεις των τεχνών.  Ο καλλιτέχνης αποδίδει αυτό που τον συγκινεί και τον κάνει να βγαίνει από μέσα του με ένα δικό του τρόπο κάτι σαν παρόρμηση, χωρίς να αναζητά την αποτελεσματική απεικόνιση του πραγματικού.  Δεν παραμένει προσκολλημένος σε μια συγκεκριμένη γραμμή και νοοτροπία, και κατά αυτόν τον τρόπο αισθάνεται και ελεύθερος από τεχνικές και ιδέες κατευθυνόμενες.  Η αντίληψη αυτή βρίσκεται  σε πλήρη ταύτιση με την καλλιτεχνική δημιουργία του Γιάννη Ράππα.  Η ηθική απολαβή που γνώρισε ο Ράππας κατά τη διάρκεια της ζωής του ήταν μεγάλη.  Η μόνιμη στήριξη των συμπατριωτών του και η εκδήλωση συμπάθειας τόσο από Έλληνες όσο και ξένους για το έργο του υπήρξε σπουδαία.  Μάλιστα ένα άρθρο του περιοδικού Εικόνες το 1962 δε δίστασε να το αποκαλέσει το νέο Θεόφιλο.  Πολλές αναδρομικές εκθέσεις οργανώθηκαν προς τιμή του στη Λαγουδέρα στην Ύδρα , από τα πρώτα κιόλας χρόνια της καλλιτεχνικής του δημιουργίας, με γάλο αριθμό πωλήσεων.. Ο ίδιος υπήρξε άνθρωπος απλός και προσηνής.  Είχε δηλώσει μάλιστα στο ίδιο περιοδικό πως δεν καταλάβαινε τη μοντέρνα τέχνη, καθώς όπως έλεγε χαρακτηριστικά «δεν υπάρχει τίποτα να δεις».

Κατερίνα Δαβέτα
Πτυχιούχος του τμήματος Ιστορίας
Αρχαιολογίας και Διαχείρησης  Πολιτισμικών Αγαθών
του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Δημοσίευση στο περιοδικό Βιβλιοφιλία






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

metamarks