Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Ανήκω σὲ µία χώρα µικρή.



   να πέτρινο κρωτήρι στ Μεσόγειο, πο δν χει λλο γαθ παρ τν   γώνα το λαο, τ θάλασσα, κα τ φς το λιου.   Εναι µικρς τόπος µας, λλ παράδοσή του εναι τεράστια κα το  πράγµα πο τ χαρακτηρίζει εναι τι µς παραδόθηκε χωρς διακοπή.
   λληνικ γλσσα δν παψε ποτ της ν µιλιέται. Δέχτηκε τς   λλοιώσεις πο δέχεται καθετ ζωντανό, λλ δν παρουσιάζει κανένα   χάσµα.
  λλο χαρακτηριστικ ατς τς παράδοσης εναι γάπη της γι τν   νθρωπιά, κανόνας της εναι δικαιοσύνη.
  Στν ρχαία τραγωδία, τν ργανωµένη µ τόση κρίβεια, νθρωπος ποὺ   ξεπερν τ µέτρο, πρέπει ν τιµωρηθε π τς ρινύες.
  σο γι µένα συγκινοµαι παρατηρώντας πς συνείδηση τς δικαιοσύνης   εχε τόσο πολ διαποτίσει τν λληνικ ψυχή, στε ν γίνει κανόνας τοῦ   φυσικοκόσµου.
  Κα νας π τος διδασκάλους µου, τν ρχν το περασµένου αώνα,   γράφει: «… θ χαθοµε γιατί δικήσαµε …».
  Ατς νθρωπος ταν γράµµατος. Εχε µάθει ν γράφει στ τριάντα   πέντε χρόνια τς λικίας του.  λλ στν λλάδα τν µερν µας, ἡ   προφορικ παράδοση πηγαίνει µακρι στ περασµένα σο κα γραπτή. Τὸ   διο κα ποίηση.
  Εναι γι µένα σηµαντικ τ γεγονς τι Σουηδία θέλησε ν τιµήσει   κα τούτη τν ποίηση κα λη τν ποίηση γενικά, κόµη κα ταν   ναβρύζει νάµεσα σ’να λα περιορισµένο.
  Γιατί πιστεύω πς τοτος σύγχρονος κόσµος που ζοµε, ὁ   τυρρανισµένος π τ φόβο κα τν νησυχία, τ χρειάζεται τν ποίηση.
   ποίηση χει τς ρίζες της στν νθρώπινη νάσα – κα τί θὰ   γινόµασταν ν πνοή µας λιγόστευε;    Εναι µία πράξη µπιστοσύνης – κι νας Θες τ ξέρει ν τ δεινά µας   δν τ χρωστµε στ στέρηση µπιστοσύνης.
  Παρατήρησαν, τν περασµένο χρόνο γύρω π τοτο τ τραπέζι, τν πολὺ   µεγάλη διαφορ νάµεσα στς νακαλύψεις τς σύγχρονης πιστήµης καὶ   στλογοτεχνία. παρατήρησαν πς νάµεσα σ’ να ρχαο λληνικ δράµα   κα να σηµερινό, διαφορ εναι λίγη. Ναί, συµπεριφορ τοῦ   νθρώπου δ µοιάζει νὰ ἔχει λλάξει βασικά. Κα πρέπει ν προσθέσω πς
  νιώθει πάντα τν νάγκη ν’ κούσει τούτη τν νθρώπινη φων ποὺ   νοµάζουµε ποίηση. Ατ φων πο κινδυνεύει ν σβήσει κάθε στιγµ πὸ   στέρηση γάπης κα λοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει πο νὰ   ’βρει καταφύγιο, παρνηµένη, χει τ νστικτο ν πάει ν ριζώσει στος   πι προσδόκητους τόπους. Γι’ ατ δν πάρχουν µεγάλα κα µικρ µέρη
  το κόσµου. Τ βασίλειό της εναι στς καρδις λων τν νθρώπων τς   γς. χει τ χάρη ν’ ποφεύγει πάντα τ συνήθεια, ατ τ βιοµηχανία.
  Χρωστ τν εγνωµοσύνη µου στ Σουηδικ καδηµία πο νιωσε ατ τὰ   πράγµατα, πο νιωσε πς ο γλσσες, ο λεγόµενες περιορισµένης   χρήσης, δν πρέπει ν καταντον φράχτες που πνίγεται παλµς τς   νθρώπινης καρδις, πο γινε νας ρειος Πάγος κανός ν κρίνει µὲ   λήθεια πίσηµη τν δικη µοίρα τς ζως, γι ν θυµηθ τν Σέλλεϋ,
  τν µπνευστή, καθώς µς λένε, το λφρέδου Νοµπέλ, ατο το νθρώπου   πο µπόρεσε ν ξαγοράσει τνναπόφευκτη βία µ τ µεγαλοσύνη τς  καρδις του.   Σ’ ατ τν κόσµο, πο λοένα στενεύει, καθένας µας χρειάζεται λους   τούς λλους. Πρέπει ν’ ναζητήσουµε τν νθρωπο, που κα νὰ   βρίσκεται.    ταν στ δρόµο τς Θήβας, Οδίπους συνάντησε τ Σφίγγα, κι ατ τοῦ   θεσε τ ανιγµά της, πόκρισή του ταν: νθρωπος. Τούτη πλ
  λέξη χάλασε τ τέρας. χουµε πολλ τέρατα ν καταστρέψουµε.  ς   συλλογιστοµε τν πόκριση το Οδίποδα.»

Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου
  Νόμπελ Λογοτεχνίας, 11 Δεκεμβρίου 1963
  Σαν να το είπε χθές!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

metamarks