Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

ΕΝΑ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΚΑΙ ΤΗ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 30


ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 30

Είναι γνωστό πως όσο ωριμάζει ο άνθρωπος τόσο θυμάται τα παιδικά του χρόνια. Οι εικόνες της παιδικής ζωής αναντίρρητα αφίνουν στη μνήμη πιο έντονες χαρακιές κι ειδικότερα όταν αυτή η ζωή ήταν σκληρή κι η φτώχια, ο πόνος και οι δοκιμασίες σ’ έσφιγγαν στις απαίσιες δαγκάνες τους. « Στρουθίον», τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 30 , παλεύω κι εγώ μαζί με τόσα άλλα ανύποπτα σπουργίτια για «τα προς το ζειν». Άλλοτε με το κασελάκι του λούστρου, άλλοτε από τη χαραυγή κτυπώντας χταπόδια κι άλλοτε κάνοντας όσα προλάβουμε θελήματα, για να είμαστε παρών στο σχολείο. Μυριάδες εικόνες είναι βαθειά χαραγμένες στο παλύτομο κατάστιχο της μνήμης και δεν φτάνουν τα χρόνια, που απομένουν για να ξανανοιχτεί όλο. Θα επιλέξω όμως τις σελίδες εκείνες, που αφορούν στο λιμάνι της Ύδρας κατά τη δεκαετία του 30, θα ξεδιπλώσω τις εικόνες τους, ταπεινά στον αναγνώστη, για να τις ξαναθυμηθεί αν τις έζησε κι αυτός ή αν είναι νεότερος να τις γνωρίσει. Ζητώντας βέβαια συγνώμη για τυχόν παραλήψεις μου. Ας δώσω όμως πρώτα ένα κυριακάτικο πρωϊνό του λιμανιού.

Η ζωή στην Ύδρα, την εποχή που αναφερόμαστε, ήταν διαφορετική από εποχή σε εποχή του χρόνου λόγω τυης σπογγαλιείας του μοναδικού αξιόλογου οικονομικού παράγοντα του τόπου. Αυτά θα τα μιλήσουμε αρκετά παρακάτω. Τώρα λέμε στον αναγνώστη πως τα Κυριακάτικα πρωϊνά ήταν ίδια σε όλες τις εποχές στην παραλία του νησιού μας εκτός την Κυριακή του Πάσχα, των Απόκρεω ή αν συνέπιπτε με την την 25η του Μάρτη ή άλλη γιορτή. Τα μαγαζιά ήταν όλα κλειστά μέχρι που θα απολούσε η Εκκλησία εκτός από τα καφενεία, που σερβίριζαν μόνο, αλλά δεν έδιναν χαρτιά ή τάβλι. Κυρίαρχη μορφή της κίνησης του λιμανιού το Κυριακάτικο πρωϊνό αποτελούσε το Μοναστήρι παρόλο ότι λειτουργούσαν συγχρόνως εννέα ενορίες. Τα μάτια όλων ήταν στραμμένα στο μεγάλο καμπαναριό, πότε θα κτυπήσουν οι καμπάνες για να αρχίσει η κίνηση. Τα έξι καφενεία που ήταν ανοιχτά από το πρωί ήταν του Νικ. Καλογιάννη (Κάτσικα Αν.). του Γιάννη Τζιτζά το περίφημο ουζάδκικο (σήμερα Φαν. Σουρέλη) του Σπυρ. Μπίκου (Τάκη Σουρέλη) του Λεφτέρη Κοτομάτη και ύστερα Στυλ. Πέρκιζα, Αρ. Τσαγκάρη (Εμπ. Τράπεζα) του Μιχ. Κορού (Δ. Δρακόπουλου) εδώ είχαμε τον Τούρκικο ναργιλέ στις δόξες του και του Ανδρέα Μαστρογεωργίου (Λεφτέρη Πινότση). Ακόμη άνοιγε κατά τη χειμερινή εποχή και ο Μίμης Γιακαλής.

Οι ψαράδικοι μπάκοι αδειανοί, στημένοι από το σημερινό εστιατόριο του Γ. Τηλιακού και στη συνέχεια μια αράδα λούστροι μέχρι το άγαλμα του Π. Κουντουριώτη. Ο μπάρμπα Σωτήρης Μηνάς, ο Μπάρμπα Αντρέας απο την Κουρμάδα, ο Γιάννης Γεωργίου (Παμφίλης) σαράβαλα και οι τρεις, οι δύο πρώτοι απο τα σφουγγαράδικα και ο τρίτος εκ γεννετής. Και ύστερα ο Σάντικ, ένας πελώριος Λύβιος που τον είχε φέρει από τη Βεγγάζη ο Καπτά Γιάννης ο Δανάμπασης, ο Ζαχαρίας ο Γκις, κι ένα πλήθος παιδαρέλια, μια κουστωδία θλιβερή που μαρτύραγε τη φρίκη της φτώχειας και της ανισότητατς σε όλη της την έκταση. Μόλις κτύπαγαν οι καμπάνες του Μοναστηριού κι αυτό γινόταν στις δέκα η ώρα, ακουγόντουσαν σχεδόν ταυτόρονα οι μπάκες των μαγαζιών που άνοιγαν. Ας το δούμε.........

Εστιατόρια αξιώσεων για να φάει ο επισκέπτης Αθηναίος ήταν του Γεωργίου Ι. Καλογιάννη (αδελφών Κάτσικα). Του Δ. Τέτση-Νούκου (Γκαλερί Πλάι Ι. Κρέμου) και του Στ. Πέρκιζα (Κ. Καλογιάννη) και μετέπειτα Παν. Πυρρή (Στη δύση της 10ετίας του 30 το άνοιξε Παντοπωλείο ο κ. Ευστ. Κουκουδάκης με ταμειακή μηχανή και ταμία την Ματίνα Στ. Καλαφάτη πολλά τα έτη τους)

Οινομαγειρεία άφθονα. Του Σπ. Παπαθανασίου, Μ. Γκιώζου, Γ. Μεϊντάνη, Τζώρτζος, Ν. Λουκάς, Η. Τηλιακός με σεφ τον Γιάννη Λάρδη, Γ. Κοκονέλη, Γ. Καλαφάτης (μακαρίτες όλοι).

Όλα γιόμιζαν κόσμο και θα πρέπει να πούλαγαν τουλάχιστον 100.000 οκάδες κρασί το χρόνο (128 τόνοι). Τα κουρεία δεν άνοιγαν την Κυριακή γιατί δούλευαν το Σάββατο μέρι βαθείας νυχτός και ήταν 6 τον αριθμό. Του Ε. Μουτζούρη, Π. Ράμπια, αδελφών Δ. Και Γ. Λάστκαρου του Π. Καλογιάννη, Γ. Βενιζέλου και Ν. Δρίβα. Ακόμη υπήρξε και ένας περιφερόμενος κουρέας ο Ν. Σβόμπς. Οι κουρείς της Ύδρας, της εποχής εκείνης, θα νόμιζε κανείς πως ανήκαν σε μια αριστοκρατική τάξη. Από αυτούς αποφοίτησαν οι νεώτεροι που έκαμαν και αυτοί δικά τους κουρεία όπως οι Γκίκας Θεοδωρίκας, Μήμμης Γκέλος, Δημήτριος Ιορδανίδης , μακαρίτες όλοι κι ο πολλά τα έτη του Γ. Μακρυγιόγλου.

Το άλλο γεγονός της ημέρας μετά από την λειτουργία ήταν ο ερχομός του βαποριού. Το βαπόρι που ερχόταν από τον Πειραιά ταρακουνούσε κυριολεκτικά το λιμάνι. Οι προετοιμασίες άρχιζαν από τις 11 ενώ το πλοίο έφτανε συνήθως στις 12. Πολλές φορές ερχόντουσαν δύο πλοία την Κυριακή από τον Πειραιά και ο οργασμός του λιμανιού ήταν μεγάλος αφού τα πλοία έμεναν έξω από το λιμάνι και για τη μεταφορά των επιβατών χρησιμοποιούντο τετράκωπες βάρκες, με τιμονιέρη, 5 ή 6 τον αριθμό, που σημαίνει πως έπαιρναν μέρος 30 τουλάχιστον λεμβούχοι. Και ήταν τούτοι ιδιοκτήτες και μεριδιούχοι οι Γ. Καλαφάντης, Γρ. Κουτσουμπέλης, ο Μπάρμπα Γιάννης, ο Σπανός, ο πάντα ερωτευμένος Νικολός Κολοκυθάς γιγάντιος και ευσταλής, ο Μήτσος Καλαφάντης (επωνομασθείς σπαγέτος γιατί ήταν αδύνατος).

Οι Σαρρήδες Ντίνος, Παναγιώτης, Βασίλης, Γιάννης, οι Τηλιακοί Νικολός, Ηλίας, Χαραλάμπης, ο Γιάννης Σουρέλης, Πέτρος Κρητικός, Πέτρος Πανάγος, Μιχάλης Σαρουκος, Γιάννης Ρετιτάγκος, ο Γκίκας Δαρδανός και οι νεώτεροι Γ. Μπραβάκος, Γ. Τζώρτζης, Ν. Βολωνάκης Ιορδανίδης κι ένα πλήθος παιδαρέλια μαζί και ο γράφων για να πάρουμε το δίφραγκο.

Πολλά ήταν τα πλοία εκείνη την εποχή που έκαναν τη γραμμή Αργοσαρωνικού κυριολεκτικά, αφού έφευγαν από τον Πειραιά κι έφταναν άλλα μέρι Ναύπλιο κι άλλα μέρι Λεωνίδιο. Το περίφημο το ξακουστό «Υδράκι» η «Γόησσα» που συγκρούστηκε ανοικτά στην Κορακιά με άλλο σκάφος και βούλιαξε παρασύροντας στο βυθό αρκετούς μεταξύ των οποίων και τον Υδραίο Φωκά, πατέρα αν θυμάμαι καλά, της κυρά Σοφίας Τσούρτου.
Άλλα πλοία ήταν το «Μάνα» η «Μοσχάνθη» ηΠτερωτή» ο «Φωκίων». Η «Ιωάννα» και η «Αυλίς». Το μεσημέρι είχαμε δύο από τον Πειραιά όπως και πολλά απογεύματα. Συναγωνισμός με τρεχάματα των Κουτσουμπέληδων, Καλαφάτηδων, Πέρκιζα, Γκαστντόπουλος (Αλεξίου Μιχ. ), Τζώρτζης Γ., μακαρίτες όλοι κι οι πολλά τα έτη του Δελαλής Βας. Και Τσιγκάρης Γεώργιος. Στους ταξιδιώτες πρόσφεραν πολλές φορές και από μια μακαρονάδα.

Στο δίωρο οργασμό έπαιρναν μέρος οι «φορατζήδες» Βασίλης Δελαλής καλή του ώρα, Γ. Καραγιάννης, Α. Βλάσσης κ.α. ναύτες του λιμεναρχείου , θεληματάρηδες, οι γραφικοί χαμάληδες, θα μιλήσουμε άλλοτε γι’ αυτούς, κι οι γαϊδουρολάτες με πρώτο το μπάρμπα Γεώργη τον τρούμπα που μοίραζε τα ποδοσίμια των ταχυδρόμων.



ΠΗΓΕΣ:

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ ΜΑΡΤΙΟΣ 1988

Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

stamdamd.blogspot.com

http://www.koutouzis.gr

http://astypalaia.wordpress.com

http://www.kali-thea.com

1 σχόλιο:

  1. Για μια ακόμη φορά με συγκίνησες ρε Σοφάκι με την Ύδρα μας!
    Καλημέρα στα πελάγη σου και στο νησί σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

metamarks