Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Ένα υπέροχο ημερολόγο, της λέσχης αποφοίτων σχολής ναυτιλίας Ύδρας

Η όψη του ήταν γαληνεμένη και αποφασιστική.  Άνθρωπος αρσενικός, από κορφή ίσαμε νύχια, διατηρούσε το αρχαίο ήθος, τη λεβεντιά, που ήταν γεμάτη τόλμη και πνεύμα θυσίας, και δεν ήξερε μήτε να συμπεριφέρεται "αιμυλίοισι λόγοισι" καθώς θάλεγε ο ποιητής , μήτε να συναλλάζεται με τους κακόπιστους.  Ίσιος και αλύγιστος, ψυχή και κορμί.  Το μυαλό του δούλευε γοργά και καθάρια, κι έδινε στον καθένα την απόκριση που του ταίριαζε.  Μα τα μάτια του ήταν τόσο απονήρευτα , τόσο παιδιάστικα, φωτισμένα από τόσο φως καλοσύνης, που δεν μπορούσες να του αντισταθείς και έννοιωθες τον εαυτό σου γυμνό, σαν αποκτούσες την πονηριά και την μικροπρέπεια.  Θαλασσινός από γενιές πολλές και πολυφημισμένες, έφερνε τον αγέρα της θάλασσας, όπου κι αν λάχαινε.  Λιγομίλητος και κατά τα φαινόμενα τραχύς, πλασμένος από πέτρα ακροπελαγίσια, ξανάστηνε μέσα σου την ανθρωπιά και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.  Άνοιγε την πόρτα του το πρωί, σμάριαζε στην ψηλή μαρμάρινη σκάλα, από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι, από κεφαλόσκαλο σε κεφαλόσκαλο, η προσφυγιά.  Σ΄εκείνο το σπίτι της οδού Νικοδήμου.  Η πρώτη του αντίδραση ήταν βίαιη.  Τι συμμαζώνονταν εκεί πέρα τόσοι πολλοί, γυναίκες με σκισμένα φουστάνια, με τα μωρά στην αγκαλιά, γέροι άκουροι κι αχτένιστοι, ντυμένοι δέρμα χαρακωμένο.....Και σαν τον άκουγε τον κόσμο τούτο να ξεστομίζει αλλόκοτα και σαν πολύ περιποιημένα και σαν γαλίφικα τα ελληνικά, η αρβανίτικη ψυχή του ξεθηκάρωνε την αντίρρηση.  Φρούμαζαν τα άσπρα του μεγάλα μουστάκια κι ένοιγε τόπο ανάμεσα στους πεσμένους κατάχαμα στα σκαλιά, να περάσει να φύγει.  Και τότες ήταν που το θάμα γινόταν μέσα του και ξαστέρωνε η καρδιά του και η συμπόνοια ανάβρυζε ανεβάσταγη κι έννοιωθες πως ο δέντρος εκείνος ο αρχαίος, εκείνο το μεσιανό κατάρτι του τρικάταρτου μπάρκου καταπλημμυρούσε από πατρική στοργή κι έβανε κι έγραφον ονόματα και τον φρόντιζε τον καθένα καθώς γονιός δεν φρόντισε ποτέ το κατατρεγμένο παιδί του.  Πλάγιαζε νωρίς, ξυπνούσε με τα πρώτα χαράματα.  
 Είχε και το πιστόλι στο προσκέφαλό του, μη βρεθεί άνθρωπος και τον χτυπήσει, καθώς τον χτύπησε κάποτε στο χέρι κι από τότε το χέρι του μούδιαζε συχνά και τον παίδευε.  Η παρουσία του ολόκληρη ανάδινε βέβαιη αρχοντιά, απόφαση, ευθύνη και θάρρος.  Ήρθε σε τούτον τον κόσμο για να πλάσει ιστορία, για να ζήσει το παραμύθι, ένα παραμύθι κι ο ίδιος.  Μισός μέσα στην πραγματικότητα κι ας ήταν όλος μια βέβαιη πραγματικότητα , μισός μέσα στη φαντασία.  Έστειλε τη μεγάλη του στολή στον Παρθένη, να του κάμει την προσωπογραφία.  Ήταν πολύ ενοχλημένος, όταν έπρεπε να σταθεί ασάλευτος αντίκρυ στο ζωγράφο.  Ματαιοδοξίες χωρίς νόημα τα έκρινε τα τέτοια και τα παρόμοια.  Λέξη δεν ξεστόμιζε για το πως πολέμησε την Τουρκιά. Μα του άρεσε πολύ να μαθαίνει, πως την πολέμησαν οι άλλοι.  Και τούτα κι άλλα πολλά θα είχα να γράψω για τον Κουντουριώτη.  Δεν μπορώ
ν ΄αντικρίσω την Ύδρα, χωρίς να τον ξαναστήσω μπροστά μου...."

Απόσπασμα από γραπτό του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου, γραμματικού του ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

metamarks