Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΥΔΡΑ ΤΟΥ 1969

Είναι κάποιοι τόποι της Ελλάδας, που τους αναπολεί κανείς λουσμένους πάντα στο ζεστό καλοκαιρινό φως με την αντιφεγγιά απάνω τους του γαλάζιου χρώματος του ουρανού ή της αργυρής πατίνας τη νυχτερινής σελήνης.  Έτσι θυμούμαι και νοσταλγώ τα πιο πολλά από τα νησιά των Κυκλάδων , τις βορινές ακρογιαλιές
Γνώρισα το ένδοξο νησί της Ύδας και στη σύγχρονη καλοκαιρινή του ρέμπελη κοσμοπολίτικη ζωή , όμως πρόσφατα και στη χειμερινή περισυλλογή του, στην επάνοδό του, θα έλεγα, στην πραγματική του μορφή, στη λιτή και αυστηρή αρρενωπότητά του, στην κάποια σκυθρωπότητά του , που μεταφέρει τον Έλληνα τουλάχιστον επισκέπτη, στα φημισμένα χρόνια της ναυτικής του δυνάμεως.  
Ήταν απαλό προχωρημένο φθινοπωρινό δειλινό Σαββάτου, όταν ένα από αυτά τα γρήγορα και συμπαθητικά πλοία του Αργοσαρωνικού μας αποβίβασε, στα πεταχτά στην Ύδρα.  Η μικρή πολιτεία ζούσε ένα από τα τελευταία κοσμοβριθή βράδια της.  η παραλία ήταν γεμάτη από το πιο περίεργο συνονθύλευμα ανθρώπων πάσης εθνικότητας.  Τα μαγαζιά της, τα εστιατόρια, τα κρασοπουλιά, τα καφενεία , τα καταστήματα των ειδών λαϊκής τέχνης ήταν κατάμεστα από ξέγνοιαστη και θορυβώδη πελατεία, που έτρωγε, έπινε, ψώνιζε, ερωτεύονταν, τραγούδαγε χαρούμενα. 
Αργά το βράδυ ο άνεμος δυνάμωσε και η θάλασσα αγρίεψε επικίνδυνα .
Το πρωί οι δρόμοι της Ύδρας ήταν έρημοι.  Οι καημένοι οι τουρίστες, όπως βρέθηκαν απροετοίμαστοι εμπρός σ΄αυτή την ξαφνική χειμωνιά , είχαν τρυπώσει στα κέντα της παραλίας, περιμένοντας οι πιο πολλοί τα πλοία της γραμμής για την επιστροφή τους στον Πειραιά. Έως το δειλινό η Ύδρα είχε αδειάσει. Και η βροχή και ο άνεμος εξακολουθούσαν να δέρνουν την Ύδρα και όλη τη δεύτερη νύχτα. Το βράδυ στο μικρό εστιατόριο, όπου τρυπώσαμε τρέχοντας, η αραιή πελατεία ήταν πια σχεδόν στο σύνολό της Υδραίικη . Λίγοι ναυτικοί, δυο - τρεις υπάλληλοι , άλλοι τόσοι από τους πολυπληθείς εμπόρους των ειδών λαϊκής τέχνης και μόνο μια λεπτή, φοβισμένη ξένη κοπέλα που αφού επήρε το λιτό δείπνος της, στρώθηκε στο διάβασμα, περιμένοντας να κοπάσει η βροχή.  Όπως η βροχή εμπόδιζε κάθε έξοδο, γίναμε όλοι μια συντροφιά.  Και ο συμπαθητικός εστιάτοράς μας με τη σύζυγό του, περίπου οικοδεσπότες, που μας είχαν δεξιωθεί στο σπιτικό τους. Νοιώθαμε σχεδόν μια συγκινητική θαλπωρή, όπως η ζεστασιά της φιλικής αυτής συντροφιάς μας θύμιζε πολλά χρόνια ταξιδιών, όταν ο τουρισμός δεν απέκλειε τη σύνδεση του ταξιδιώτη με τον ντόπιο κυρίως στα μικρά ήσυχα νησιά μας τα χειμωνιάτικα βράδια.
Την τρίτη μέρα το ραδιόφωνο σε ειδική έκτακτη εκπομπή του ανάγγελνε δελτίον θυέλλης.  Τα πλοία όσα μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν το δρομολόγιό τους, έμπαιναν στο λιμανάκι της Ύδρας χορεύοντας άγρια, χωρίς σχεδόν επιβάτες ή το πολύ με δυο - τρεις γενναίους θαλασσομάχους, που αποβιβαζόμενοι, καμάρωναν με δίκαιη έπαρση για το θαυμασμό που μας προκαλούσαν. Ένας από αυτούς σχεδόν εκλιπαρούσε ύστερα στο παραλιακό καφενείο, όπου είμαστε τρυπωμένοι, τη συντροφιά μας.  Ήταν ένας περίεργος μάλλον, νέος άνθρωπος , κάπως ονειροπαρμένος, που μας διηγόταν για πολλή ώρα την περιπέτεια του ταξιδιού του
Όταν ο Πορτοκαλής Ήλιος επλεύρισε στην αποβάθρα των Σπετσών και προσπάθησα να επιβιβαστώ ήταν τόση η θαλασσοταραχή και μέσα στο λιμανάκι ακόμη, ώστε για μια στιγμή βρέθηκα στη θάλασσα.  Πως με ανέσυραν οι ναύτες του καραβιού και του Λιμεναρχείου κι εγώ δεν ξέρω.  Ύστερα στη γέφυρα του πλοίου έβγαλα τα ρούχα μου, τα άπλωσα στον άνεμο και μισοστέγνωσαν. Εδέσαμε αυτό το περίεργο πρόσωπο με την Ύδρα. Όπως και τις δυο καραβοτσακισμένες κυρίες και το συνοδό τους, που το ίδιο βράδυ στο έρημο ξενοδοχείο μας βρήκαν καταφύγιο. Όπως και τον εστιάτορά μας , τον συμπαθέστατο κυρ Γρηγόρη και τη σύζυγό του .  Και του δυο τρεις Υδραίους ναυτικούς, που συν τρώγαμε τα βράδια.  

Όπως και την καλή και πρόθυμη κλειδοκρατόρισσα του αρχοντικού των Κουντουριωταίων, που μας άνοιξε όλο το σπίτι να το επισκεφθούμε και να το θαυμάσουμε.  Και την ευγενική και σοβαρή κυρία, που με άκρα αφοσίωση επιμελείται το σπουδαίο Ιστορικό Αρχείο της Ύδρας, εκεί στο υγρό μοναχικό Μουσείο, ψηλά στην απότομη θαλασσοπλαγιά.
Έτσι η χειμωνιάτικη Ύδρα εκάλυψε με συγκεκριμένα πρόσωπα και με την αληθινή της , νομίζω, όψη, εκείνη την άλλη Ύδρα, , τη παραδομένη στο πολύ και άγνωστο πλήθος.
Το καλοκαίρι όλο το νησί υπηρετεί αυτό το πλήθος των τουριστών που το κατακλύζουν.  Οι κάτοικοί, του ευγενικοί από τη φύση τους, αλλά και ανταποκρινόμενοι στις ανάγκες του βιοπορισμού, καλωσορίζουν και φροντίζουν τον κόσμο.  Όμως το χειμώνα το πάτριο νησί γίνεται πάλι ολόδικό τους.  Τότε το χαίρονται σχεδόν μόνοι τους, το πολύ με λίγους αφοσιωμένους σε αυτό ξένους που έχουν δεθεί μαζί του περίπου σαν γηγενείς.  Τότε η Ύδρα ζωντανεύει στον επισκέπτη, που έχει κάποια φαντασία, στην παλιά αίγλη της, στην αρρενωπή , την αρχοντική μορφή της.  Γίνεται πάλι ο θαυμάσιος ξερός σκούρος βράχος  , που η καρτερική δύναμη και το σφιχτό δέσιμο μαζί της των παιδιών της την ανέδειξαν κέντρο περίλαμπρο της Ελληνικής ναυτοσύνης.
Όπως από τους υψηλούς εξώστες του σιωπηλού αρχοντικού των Κουντουριωταίων αγναντεύαμε  στο βροχερό χειμωνιάτικο πρωινό κάτω όλη την πολιτεία και βλέπαμε την άγρια θάλασσα χαμηλά να χτυπάει της απότομες βραχιές, νομίζαμε για λίγες στιγμές πως γυρνούσαμε πίσω στο χρόνο, που το νησί περήφανο, ένδοξο, πλούσιο, αυτάρκες ετρυγούσε με το σκληρό θαλασσινό μόχθο των παιδιών του τις θάλασσες της Ευρώπης.










κείμενο: ΠΕΤΡΟΣ ΓΛΕΖΟΣ, 1-2-1969, "ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ"
φωτο: ΣΟΦΙΑ ΜΩΡΕΣ  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

metamarks