Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

1830: Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, η Ελλάδα αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητο κράτος



Στις 22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830*, η Διάσκεψη του Λονδίνου διακήρυξε την πολιτική ανεξαρτησία της Ελλάδας, πράξη η οποία συνιστούσε διεθνή αναγνώριση του ελληνικού κράτους, και κατά συνέπεια την ίδρυση και την έναρξη της ύπαρξής του από την άποψη της διεθνούς κοινότητας.
Η συνοριακή γραμμή του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 κρατούσε έξω από το ελληνικό έδαφος ένα μεγάλο τμήμα της Στερεάς. Επιπλέον, καθοριζόταν η πολιτειακή μορφή του νέου κράτους και παρεχόταν στις Δυνάμεις το δικαίωμα εκλογής του βασιλιά χωρίς να ερωτηθεί ο ελληνικός λαός. Δόθηκε πλήρης αμνηστία και προβλεπόταν δικαίωμα μετανάστευσης από ή και προς «τόπον Οθωμανικόν».

«Ηγεμών Άρχων της Ελλάδος» ορίστηκε ο Λεοπόλδος του Σαξ-Κόμπουργκ, ο οποίος όμως αρνήθηκε το θρόνο. Ορίστηκε, με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου, να αποκατασταθούν οι εμπορικές δραστηριότητες και η ναυτιλία.

Οι Έλληνες, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830, είδαν την απαρχή του ελεύθερου πολιτικού βίου του έθνους. Η ελληνική Επανάσταση είχε τελειώσει και άρχιζε να υφίσταται επίσημα στη διεθνή κοινότητα το ελληνικό κράτος.

Εντελής ανεξαρτησία«Η Ελλάς θέλει σχηματίσει εν κράτος ανεξάρτητον και θέλει χαίρει όλα τα δίκαια πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά τα προσφεφυκότα εις εντελή ανεξαρτησία...» (Το πρώτο άρθρο του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 22 Ιανουαρίου / 3 Φεβρουαρίου του 1830).
Η ελληνική έγκριση«Ηύχετο η Γερουσία να ευρίσκετο εις θέσιν του να εκφράση ζωηρώτατα... τα αισθήματα της βαθείας ευγνωμοσύνης... Με όλον τούτο εγκρίνει παμψηφεί ...και οσονούπω θέλει εκφράσει τας λεπτομερείς σκέψεις και παρατηρήσεις της» (η πρώτη ελληνική αντίδραση στο Πρωτόκολλο).
Η συγκατάθεση της Πύλης«Δίδει η Υψηλή Πύλη εις τούτο την συγκατάθεσίν της και αποδέχεται τα περί αυτό αποφασισθέντα, ως αφορώντα εις το να παρέξωσιν εις τον τόπον ασφάλειαν και ησυχίαν και να στερεώσωσι την καθολικήν ευδαιμονίαν...» (Η απάντηση του Σουλτάνου στο Πρωτόκολλο).

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΑΠΠΑΣ Ο ΥΔΡΑΙΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ













ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΑΠΠΑΣ



ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΥΔΡΑ ΤΟ 1905. ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΤΟΝ ΕΥΑΤΟ ΤΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΑ 55 ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ΔΟΥΛΕΥΕ ΣΤΗΝ ΣΚΛΗΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ ΨΑΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ ΝΑ ΘΡΕΨΕΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΥ ΕΝΤΩΜΕΤΞΥ ΕΙΧΕ ΓΙΝΕΙ ΔΕΚΑΜΕΛΗΣ.
ΤΟ 1960 ΑΡΧΙΣΕ ΔΕΙΛΑ ΔΕΙΛΑ ΝΑ ΣΧΕΔΙΑΖΕΙ ΒΑΡΚΕΣ ΚΑΙ ΣΠΙΤΙΑ ΠΑΝΩ ΣΕ ΧΑΣΑΠΟΧΑΡΤΑ. Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΕΚΘΑΜΒΗ ΤΟΝ ΠΑΡΟΤΡΥΝΕ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΕΙ. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕ ΕΝΑ ΠΙΝΑΚΑ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΥΔΡΑΙΟ ΖΩΤΓΡΑΦΟ ΝΙΚΟΑΛΟ ΓΚΙΚΑ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΤΟΝ ΑΓΟΡΑΣΕ ΑΜΕΣΩΣ, ΑΦΟΥ ΒΕΒΑΙΩΣ ΤΟΝ ΕΝΕΘΑΡΡΥΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΟΥ. ΑΥΤΗ ΗΤΑΝ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΑΡΧΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΑΠΠΑ. ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΑΡΆΛΛΗΛΑ ΜΕ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΩΝ ΠΑΡΑΓΑΔΙΩΝ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΥΛΑΕΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ. ΕΔΩ ΚΑΙ ΔΥΟ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΩΛΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΧΡΟΝΟ ΨΑΡΕΨΕΙ.
ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΕΧΟΥΝ ΠΩΛΗΘΕΙ ΤΟΣΟ ΣΕ ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΣΟ ΚΑΙ ΣΕ ΞΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΤΕΧΝΟΥΣ.


ΜΠΑΜΠΗΣ ΜΩΡΕΣ, 1967

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Η χρεοκοπία του 1932



Η χρεοκοπία του 1932

Το «κραχ» του 1929 δημιούργησε τεράστια προβλήματα και στην ελληνική οικονομία. Δεν πρέπει να ξεχνούμε, πως μόλις επτά χρόνια νωρίτερα η χώρα μας «βίωσε» τη Μικρασιατική καταστροφή, τη μαζική εισροή προσφύγων – μόνο στην Αθήνα διπλασιάστηκε ο πληθυσμός μεταξύ 1920 και 1928 – και το πολιτικό σύστημα χαρακτηριζόταν από αστάθεια: κυβερνήσεις, εξαρτημένες ως ένα βαθμό από στρατιωτικούς, εναλλάσσονταν στην εξουσία, καταλήγοντας στο στρατιωτικό κίνημα του Πάγκαλου (1925 – 1926). Το 1928 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επανέρχεται στην εξουσία στην οποία και θα παραμείνει μέχρι το 1932.

Η χώρα μας χτυπήθηκε με ιδιαίτερη δριμύτητα από τη διεθνή κρίση, αφού οι βασικές της εξαγωγές ήταν προϊόντα πολυτελείας, όπως ο καπνός, η σταφίδα και το ελαιόλαδο. Η αξία των ελληνικών εξαγωγών είχε πέσει από ένα ετήσιο μέσο όρο 125.000.000 δολαρίων μεταξύ 1922 και 1930 σε 50.000.000 δολάρια το 1932! Τον ίδιο χρόνο συνέβη και μια μεγάλη μείωση του συναλλάγματος των μεταναστών και των προσόδων από τη ναυτιλία, τα βασικά μέσα με τα οποία υπερνικούσε το έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών. Η μετανάστευση, στην πέραν του Ατλαντικού όχθη, δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως δικλείδα ασφαλείας, καθότι μειώθηκε δραστικά η δυνατότητα αυτή με το νόμο του Τζόνσον – Ρηντ (1924), ο οποίος ήταν ιδιαίτερα μεροληπτικός απέναντι στους νότιους Ευρωπαίους, καθώς απαιτούσε μια ειδική άδεια εισόδου βασισμένη στο μέγεθος των υπαρχουσών εθνικών ομάδων σε αναλογία με το συνολικό πληθυσμό.

Σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες ο εξωτερικός δανεισμός ήταν μια, κάποια, λύση για τον Ε. Βενιζέλο. Όμως, η Ελλάδα είχε, ήδη, μεγάλα εξωτερικά χρέη, αφού είχε δανειοδοτηθεί από τη διεθνή χρηματαγορά για την αποκατάσταση των προσφύγων. Ο Βενιζέλος απέτυχε να συνάψει νέο δάνειο και αποφάσισε να δώσει τη «μάχη της δραχμής», η οποία ήταν συνδεδεμένη με τον «κανόνα του χρυσού» μέσω της αγγλικής λίρας. Το 1931 η αγγλική λίρα εγκαταλείπει τον «κανόνα του χρυσού» και ο Βενιζέλος επιλέγει – παρά τις αντίθετες «φωνές» (Μάξιμος, Βαρβαρέσος) - να συνδέσει τη δραχμή με το δολάριο. Η μετατρεψιμότητά της γίνεται πλέον μέσω δολαρίου, αλλά η κερδοσκοπία εξακολουθεί, όπως και η φυγάδευση κεφαλαίων στο εξωτερικό.

Ο Βενιζέλος κάνει μια τελευταία – απέλπιδα – προσπάθεια για σύναψη δανείου στις 20 Ιανουαρίου του 1932, επισκεπτόμενος διαδοχικά τη Ρώμη, το Παρίσι και το Λονδίνο. Δεν μπόρεσε, όμως, να πείσει τη Δημοσιονομική Επιτροπή, που θεώρησε ότι η Ελλάδα δεν έκανε καμιά θυσία, αντιθέτως ήθελε να μεταβιβάσει τα προβλήματά της στους πιστωτές της (σ.σ. Μας θυμίζει κάτι αυτό;). Στις 27 Απριλίου του 1932 η Ελλάδα εγκαταλείπει τον «κανόνα του χρυσού» και τη σύνδεση με το δολάριο. Τον Μάιο επισημοποιείται η χρεοκοπία και κηρύσσεται στάση πληρωμών…


http://pefkofyto.gr

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Η ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΟΜΠΡΑΣ
Ο ΤΥΠΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


Γεννήθηκε στις Κυδωνίες (Αϊβαλί) της Μακράς Ασίας, σπούδασε στην Ακαδημία των Κυδωνιών , η εργατικότητα του και η φιλομάθεια τον έκανε να ξεχωρήση και να τον προσέξουν οι δάσκαλοι του. Στην πόλη των Κυδωνιών υπήρχε η συνήθεια οι πλούσιες οικογένειες να κοσμούν την πόλη τους με κοινωφελή ιδρύματα αλλά και να προσφέρουν υποτροφίες σε ευέλπιδες νέους με αντάλλαγμα, οι νέοι αυτοί μετά να προσφέρουν τις γνώσεις τους στην πόλη. Έτσι αποφασίστηκε ο Κων/νος Τομπρας να εκμάθει και εισαγάγει την νέα μέθοδο διδασκαλίας (αλληλοδιδακτική) και την τέχνη της τυπογραφίας, στις Κυδωνίες (Αϊβαλί) , τις δαπάνες αυτής της εκμαθήσεως ανέλαβε η οικογένεια Σαλτέλλι , με ενέργειες λοιπόν του Σαράφη απεστάλη στην Βιέννη και το Παρίσι μαζί με τον συσπουδαστή του Γεώργιο Κλεόβουλο από την Φιλιππούπολη, ο οποίος και αυτός σπούδαζε στην Ακαδημία των Κυδωνιών.


Μετά την επάνοδό του το έτος 1818 δίδαξε στον Αντώνιο Χαδεμένο την μέθοδο της αλληλοδιδακτικής, την οποία και αυτός πρώτος εφάρμοσε στα δημοτικά σχολεία των Κυδωνιών.

Αλλά αυτό που κυρίως έφερε ο Κ Τόμπρας στο Αϊβαλί ήταν ένα πλήρες τυπογραφείο ( μηχανήματα, Ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία κλπ) , έτσι μεταφύτευσε στην πατρίδα του την τυπογραφική τέχνη, συστήθηκε λοιπόν το τυπογραφείο των Κυδωνιών με δαπάνες του προύχοντα Χατζή Παρασκευά Σαλτελλι, το τυπογραφείο στεγάστηκε σε οίκημα πλησίον της Ακαδημίας από το 1819 υπό την διεύθυνση του Κ Τόμπρα. Μέχρι την επανάσταση του 1821 και την καταστροφή της πόλης των Κυδωνιών εκτυπώθηκαν σ’ αυτό τα πιο κάτω βιβλία:

- «Η Ελληνική γραμματική» ( 2 τόμοι) του Σαράφη.
- «Συμβουλαί προς την θυγατέρα μου» μετάφραση εκ του Γαλλικού από την αδελφή του Καίρη, Ευανθία
Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι από της αλώσεως μέχρι το νέο ελληνικό κράτος, που δημιουργείται με την Επανάσταση του 1821, μπορούσε να στηρίζεται σε μια παράδοση ελληνικής βιβλιοπαραγωγής τρισήμισι αιώνων με 7.000 περίπου τίτλους.

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ

Η επανάσταση των Κυδωνιών (Αϊβαλί) και την επικείμενη καταστροφή της πόλης προέβλεψε ο Κ Τόμπρας, συσκεύασε λοιπόν τα τυπογραφικά εργαλεία και μηχανήματα και ζήτησε από τον διοικητή της παραπλεούσης μοίρας Ιάκωβο Τομπάζη να διασώσει το τυπογραφείο, δυστυχώς όμως όταν έφθασαν προς τούτο οι αποσταλέντες άνδρες από τον ναύαρχο Τομπάζη ήταν πια αργά, οι Τούρκοι , είχαν βάλει φωτιά και το τυπογραφείο της πόλης είχε γίνει παρανάλωμα του πυρός. Ο Τόμπρας διασώθηκε και πήγε στα Ψαρά και κατόπιν πήγε στην Ύδρα.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Ο Δημήτριος Υψηλάντης όταν ήρθε από την Τεργέστη, έφερε μαζί του πολεμοφόδια και ένα πλήρες τυπογραφείο, υπήρχε ανάγκη εμπείρων τεχνιτών να το επανδρώσουν, ποιος άλλος από τον Κωνσταντίνο Τόμπρα θα μπορούσε να αναλάβει αυτό το έργο; Τον Ιούλιο του 1821 ιδρύθηκε το πρώτο τυπογραφείο της επανάστασης στην Καλαμάτα σε ένα τζαμί, με διευθυντή την Κ Τόμπρα, εκεί εκτυπώθηκαν:


- Προκηρύξεις
- Επίσημα έγραφα της διοικήσεως.
- Η εφημερίδα «Σάλπιγξ Ελληνική» που συντασσόταν από τον Θεόκλητο Φαρμακίδη( εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε την ποιοτική διαφορά Ελλήνων και Τούρκων : Επί ολόκληρης της κραταιής Οθωμανικής αυτοκρατορίας δεν υπήρχε ούτε μία εφημερίδα Τούρκικη ενώ στην μόλις απελευθερωθείσα Ελλάδα εξεδόθει η πρώτη μικρά εφημερίς).

Το τυπογραφείο αυτό μετά από λίγο μεταφέρθηκε στην Κόρινθο, όπου και καταστράφηκε από τους Τούρκους του Δράμαλη, ο Τόμπρας διέφυγε τον κίνδυνο και πήγε στο Άργος.















ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΥΔΡΑΣ

Το 1824 ο Κ Τόμπρας ανέλαβε την διεύθυνση του δημόσιου τυπογραφείου της Ύδρας, και εκεί εργάστηκε εκδίδων από τον Μάρτιο του 1824 την εφημερίδα « ο φίλος του νόμου». Ο Κωνσταντίνος Τόμπρας εργάστηκε σε όλη την επανάσταση την τέχνη του Γουτεμβέργιου προσφέρων με τον τρόπο του στην επιτυχία των σκοπών της, αλλά και μετά από αυτήν συνέχισε δημιουργώντας τις νέες γενιές τυπογράφων που συνέβαλαν στην πνευματική και οικονομική πρόοδο του Ελληνικού κράτους.



Ο Φίλος του Νόμου ήταν εφημερίδα που εκδίδοταν επί τρία χρόνια (1824-1827) στην Ύδρα από τον Ιταλό φιλέλληνα Ιωσήφ Κιάπε (Giuseppe Chiappe)[1][2]. Ήταν η μακροβιότερη εφημερίδα της Ελληνικής Επανάστασης.


Κυκλοφόρησε πρώτη φορά στις 10 Μαρτίου του 1824 και έβγαινε δύο φορές την εβδομάδα, Δευτέρα και Παρασκευή. Ενώ ξεκίνησε ως ανεξάρτητη εφημερίδα (στον πρόλογο της μάλιστα έγραφε Προκύπτει τέλος πάντων εις φως ο Φίλος του Νόμου... Η ονομασία του αρκεί να βεβαιώση καθένα δια την ειλικρινή ουδετερότητα, την οποία θέλει φυλάξει και δια το μίσος του κατά των φατριών. Εμείς θέλομεν να βασιλεύη ο Νόμος και κανείς ποτέ περισσότερον παρ' αυτόν να μην ισχύση...), με το διάταγμα 972 της 14ης Απριλίου του 1824, έγινε επίσημο δημοσιογραφικό όργανο της Διοίκησης, άλλαξε ο τίτλος από Ο Φίλος του Νόμου, εφημερίς της νήσου Ύδρας σε Ο Φίλος του Νόμου, εφημερίς της Διοικήσεως και της νήσου Ύδρας και άρχισε να τυπώνεται στο πιεστήριο που ήταν δωρεά του Γάλλου εκδότη και φιλέλληνα Φιρμέν-Ντιντό (Ambroise - Firmin Didot). Δημοσίευε αποφάσεις, ψηφίσματα, πράξεις και εγκυκλίους του Εκτελεστικού και τα πρακτικά του Βουλευτικού αλλά και ειδήσεις σχετικά με πολεμικές επιχειρήσεις και τις εξελίξεις στον εμφύλιο πόλεμο εκφράζοντας τις επίσημες απόψεις της διοίκησης.


Τον ενάμισι περίπου χρόνο που ήταν όργανο της διοίκησης είχε προκαλέσει την ενόχληση μελών του Βουλευτικού, καθώς ελεγχόταν από τους αδερφούς Κουντουριώτη (όπως και πριν γίνει όργανο της Διοίκησης) και ζητούσαν την μεταφορά της στο Ναύπλιο και την αφαίρεση από τον τίτλο της αναφοράς της Διοικήσεως. Παρέμεινε όργανο της διοικήσεως μέχρι τον Οκτώβριο του 1825 οπότε ξεκίνησε στο Ναύπλιο η έκδοση της Γενικής Εφημερίδας της Ελλάδας, μετά την έκδοση της οποίας Ο Φίλος του Νόμου συνέχισε να εκδίδεται ως ανεξάρτητη πλέον εφημερίδα, οπότε και αυξήθηκαν τα άρθρα για την παιδεία, την ελευθεροτυπία κ.α.. Αφότου άρχισε να εκδίδεται ξανά ως ανεξάρτητη εφημερίδα, στηλίτευε τον «κοτζαμπασισμό» και ασκούσε έντονη κριτική στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, όταν όμως ο εκδότης της τελευταίας Θεόκλητος Φαρμακίδης διώχθηκε, ο Φίλος του Νόμου τον στήριξε.


http://igaiolos.blogspot.com
WIKIPEDIA

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011


Το πολυτελές λεύκωμα αποτυπώνει μια ολόκληρη εποχή μέσα από τις προσωπικές φωτογραφίες και τις φωτογραφικές συνθέσεις του Μπάμπη Μωρές -του ιδρυτή του πλέον φημισμένου μαγαζιού της Ύδρας. Σίγουρα, αυτό έχει μια ιδιαίτερη αξία για όσους έζησαν την χρυσή αυτή περίοδο. Αλλά έχει ακόμη μεγαλύτερη και για όλους όσους δεν την γνώρισαν, ή δεν την έζησαν την Ύδρα της δεκαετίας του '60. Μέσα από τις σελίδες του λευκώματος, αυτή η εποχή παρουσιάζεται σήμερα ολοζώντανη, ολόδροση και, κυρίως, νέα όμορφη και ελπιδοφόρα. Τα πράγματα, τα γεγονότα και τα πρόσωπα μάς τα παρουσιάζει ο Θ. Ρουμπάνης, κομμάτι και ο ίδιος της χρυσής αυτής εποχής και της ίδιας της "Λαγουδέρας" και της ιστορίας της. Ο Μπάμπης Μωρές στην πραγματικότητα δημιούργησε ένα απίστευτο, ένα κολοσσιαίο έργο "εν αγνοία" της τεκμηριωτικής του δύναμης από την πλευρά της καταγραφής και της αψευδούς μαρτυρίας και της μεγάλης του εμβέλειάς. Από την πρώτη χρονιά που άρχισε να στήνει τα ετήσια λευκώματά του, το μακρινό 1959, με έναν σαφέστατο, ολιγόλογο, τρόπο στην πρώτη κιόλας σελίδα αποσαφήνισε τις προθέσεις του. "Η Λαγουδέρα θα συγκεντρώνει όλη τη ζωή του καλοκαιριού… Ο σκοπός του άλμπουμ αυτού δεν έχει καμιά σχέση με διαφήμιση ή διαφήμιση προσώπων ή πραγμάτων. Με ειλικρινή αντικειμενικότητα θα παρουσιάζουμε στις σελίδες του, ό,τι ο πάντα αδιάφθορος φακός της μηχανής μας συνέλαβε. Μπάμπης". Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μπάμπης δεν φωτογράφιζε μόνον τα συμβάντα και τα πρόσωπα, τα γυρίσματα των ταινιών, ή μόνο σκηνές από την Λαγουδέρα. Στα ετήσια λευκώματά του έστησε ένα ολόκληρο υδραίικο σκηνικό με στιγμιότυπα από το νησί, με γιοτ, με την "Κρεολή" του Νιάρχου, με σκηνές από το λιμάνι, με συγκεντρώσεις και παρέες σε άλλα μαγαζιά, με βάρκες, με βουτιές, με κορίτσια, πολλά κορίτσια -που άρεσαν στον Μπάμπη- και αγόρια, με αφίξεις των ανθρώπων και, βέβαια, αφίξεις προσωπικοτήτων με τα καράβια κ.λπ., κ.λπ. Από τη δική του πλευρά ο Θόδωρος Ρουμπάνης, ως ένας συνεχιστής του Μπάμπη Μωρές, ήταν ο ιδανικός άνθρωπος στη σωστή θέση. Ολοκλήρωσε το υπέροχο λεύκωμα με τα μικρά του κείμενα, τα σχόλια και την τεκμηρίωση. Με λίγες μόνο λέξεις, κάθε φορά, ο Θόδωρος καταφέρνει να ανοίγει ένα ολόκληρο κόσμο, να παγιδεύει τη στιγμή και, κυρίως, να σε αφήνει να σκεφτείς, να βάλεις το δικό σου σχόλιο δίπλα στο δικό του. Οι λεζάντες του σε μερικά σημεία είναι χαρακτηριστικές. Δέστε το "κεφάλια ωραίων" της σελίδας 144, το "χωρίς λόγια" της σελίδας 145, το "η Ύδρα "τελαρισμένη" από το παράθυρο της Λαγουδέρας", το εκπληκτικό "ο Ανδρέας Παπανδρέου μετράει τα χρόνια που πρέπει να περάσουν μέχρι να φτάσει το 1981", κ.λπ., κ.λπ. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μπάμπης Μωρές δεν φωτογράφιζε μόνο V.I.P. Φωτογράφιζε ότι του άρεσε. Σε πολλές σελίδες των λευκωμάτων του δημιουργούσε θαυμάσια κολάζ με κεφάλια, με βουτιές, με εργαλεία του μαγαζιού, λάμπες κ.ά. Φωτογράφιζε όλη την ομορφιά και τη φρεσκάδα της γυναίκας. Όλη την ομορφιά της Ύδρας. Όσο δε για τους γνωστούς; Μια τεράστια παρέλαση. Ο Ζακ Μεναχέμ, ο Χένρυ Φόντα, ο υπέροχος Λέοναρντ Κοέν που ύμνυσε την Ύδρα με τα τραγούδια του, η οικογένεια Φιξ, η οικογένεια Μπότση, από τον κινηματογράφο, ο Δημήτρης Μυράτ, η Τζένη Καρέζη και Άκης Κακαβάς, η Μελίνα Μερκούρη και ο Ντασέν, ο Άντονυ Πέρκινς, Αλίκη Βουγιουκλάκη και Ίλια Λιβυκού, η Τίτος Βανδής, Γεωργία Βασιλειάδου, ο Λάμπρος Κωσταντάρας, η Ζωή Λάσκαρη, η Γκιζέλα Ντάλη, ο Ανδρέας Μπάρκουλης, στη σελίδα 206 εμφανίζεται ο Μάριος Πλωρίτης, από την πολιτική ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο Σοφοκλής Βενιζέλος, και άλλοι και άλλοι, που πέρασαν από την Λαγουδέρα: η Μαργαρίτα Λυμπεράκη και η Μαργαρίτα Καραπάνου, ο Κλέαρχος Κονιτσιώτης, η Μαρία Κάλας, ο Αριστοτέλης Ωνάσης, ο Γιώργος Παπανδρέου (της Κυβέλης), ο Ανδρέας Παπανδρέου. Όλους αυτούς, και πολλούς-πολλούς άλλους, ο φακός του Μπάμπη τους δείχνει σε στιγμές χαλάρωσης, ανθρώπινους, οικείους, νέους, χαρούμενους, αφτιασίδωτους και κυρίως ...γήινους.

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ, 16 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1893


H Zωή ενός ζωγράφου περιγράφει, όπως καταλαβαίνετε, τη δική μου ζωή. Aποφάσισα να τη γράψω εδώ στην Kηφισιά, σ’ ένα ωραίο σπίτι που νοίκιασε η κόρη μου και όπου μένω για ανάρρωση από μια αρρώστια που πίστεψα ότι δε θα μου επέτρεπε εύκολα να ζωγραφίσω στο μέλλον. Για να ζωγραφίσω κάτι, πρέπει να το έχω χωνέψει πολύ, και γι’ αυτό πρέπει να ζω έντονα και να κινούμαι διαρκώς.
Aπό καιρό σε καιρό έχω δημοσιεύσει σε εφημερίδες και περιοδικά κείμενα με περιγραφές ή κριτικές, που πάντοτε αναφέρονται σε γεγονότα και ανθρώπους που είχαν σχέση με την τέχνη. Πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων, και ιδίως νεότεροι συνάδελφοί μου, μου έλεγαν: «Aυτά που ζήσατε, αυτά που διηγείσθε, πρέπει να τα γράψετε, είναι αμαρτία να χαθούν». Nά λοιπόν που μου δίνεται τώρα αυτή η ευκαιρία.
Γράφω με μεγάλη ευχαρίστηση, γιατί γράφοντας ξαναζώ τη ζωή μου, που είναι τόσο μεγάλη και πολυσύνθετη. Φαντασθείτε ότι ήμουνα γνωστός όσο και σήμερα τον καιρό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, δηλαδή από το 1917, αλλά θυμάμαι πολύ καλά πως δεκαπέντε χρόνια ακόμη πιο πριν, έφτιασα αναπάντεχα το πρώτο μου έργο. Tότε ακριβώς με άρπαξε το δαιμόνιο της ζωγραφικής, και δεν μπόρεσα πια να του αντισταθώ ή να το υποτάξω. Aυτό πάντα με κυβέρνησε. Προσπάθησα αρκετό καιρό να απαλλαγώ από την τυραννία του, μάταια όμως.
Δεν είχα καμιά φιλοδοξία να γίνω ζωγράφος. Aνήκα σε στρατιωτική οικογένεια, την εποχή που ο Στρατός αποτελούσε την επίλεκτη κοινωνία της Eλλάδος. Aπό την εποχή του Όθωνος, όπου ο ίδιος ο Bασιλεύς, από τον κατάλογο των επιτυχόντων στις εισαγωγικές εξετάσεις της Σχολής των Eυελπίδων, εδιάλεγε ως εισακτέους μόνο τα παιδιά των Aγωνιστών του Eικοσιένα, είχε μείνει σαν αρχή για τη Σχολή να προτιμώνται τα παιδιά από σπίτια που είχαν στρατιωτική παράδοση.
Σε μια τέτοια εποχή, επρόκειτο και εγώ ο ίδιος να προετοιμάζομαι για το στρατιωτικό στάδιο, και ιδίως να λέω, όταν με ρωτούσαν, αν προτιμάω τη Σχολή των Eυελπίδων ή έστω και τη Σχολή των Δοκίμων. Δεν ετίθετο ζήτημα για την επιτυχία μου στις εξετάσεις, εκτός βέβαια αν εγώ ο ίδιος επιδίωκα μια προμελετημένη αποτυχία. Ποιο μέλος της εξεταστικής επιτροπής θα έβαζε κακό βαθμό στον εγγονό του αγωνιστή του ’21 Xρίστου Bυζάντιου, που ο πατέρας του, συνταγματάρχης κι αυτός, κατείχε πάντοτε μια ή και περισσότερες ηγετικές θέσεις στο Στρατό και ήτανε και αγαπητός σε όλους! Eίχα λοιπόν όλα τα προσόντα για να φορέσω κι εγώ τη σκούρα στολή με τα χρυσά κουμπιά, τα άσπρα γάντια, και ιδίως τον κίτρινο γιακά, για τον οποίο ξετρελαίνονταν όλες οι όμορφες και πλούσιες νύφες των Aθηνών και που τον ζήλευαν όλοι οι άλλοι νεαροί φοιτητές.
Aπό την άλλη μεριά τι με περίμενε; Tο περιφρονημένο φτωχό επάγγελμα του ζωγράφου. Δεν υπήρχε τότε καμιά καλλιτεχνική κίνηση. Ποτέ στα σπίτια δεν έβλεπες ζωγραφική, αφού δεν ήξεραν καλά καλά τι είναι ζωγραφική. Έλεγαν πάντα: «Eκεί θα κρεμάσω το κάδρο». Tο κάδρο, δηλαδή το πλαίσιο, είχε κάποια σημασία. Tο περιεχόμενο, καμία. Mπορούσε να είναι, όπως συνήθως, μια φωτογραφία προγόνου ή καμιά λιθογραφία. Kανέναν καλλιτέχνη δε συνάντησα ποτέ σε συγγενικά ή φιλικά σπίτια.

H Σχολή Kαλών Tεχνών ήταν ανύπαρκτη και σαν ονομασία ακόμη, γιατί οι μαθητές προτιμούσανε να λέγονται μαθητές του Πολυτεχνείου. Ποιο ήτανε το μέλλον ενός αποφοίτου της Σχολής; Eπί επτά χρόνια θα αντέγραφε γύψινα αντίγραφα του Aρχαιολογικού Mουσείου, και από αυτά, τα τρία τελευταία μόνο θα δούλευε από μοντέλο ή ανδρικό γυμνό, γιατί βέβαια καμιά γυναίκα δε θα παρουσιαζότανε γυμνή, και μάλιστα δημοσία. Kαι τότε έπαιρνε ένα δίπλωμα που θα του επέτρεπε να διοριστεί, αν υπήρχε θέση ή είχε μέσα πολιτικά, καθηγητής ιχνογραφίας και καλλιγραφίας σε Γυμνάσιο, μάλλον σε καμιά επαρχία. Όσο για ελεύθερη δουλειά, θα έπρεπε να καταγίνει με την αγιογραφία, που την είχαν ανάγκη όχι μόνο η Eκκλησία αλλά και μερικοί ιδιώτες. Yπήρχε βέβαια και η Aβερώφειος υποτροφία, αλλά γι’ αυτήν έπρεπε, μετά τα επτά χρόνια της σπουδής, να τυραννηθείς άλλα δυο τρία για να την αποκτήσεις. Aλλά και εκεί πάλι επενέβαιναν την τελευταία στιγμή πολλοί παράγοντες και μπορούσαν να αναβάλουν το διαγωνισμό, να τον επαναλάβουν κτλ. Tέλος, ο δαφνοστεφής υπότροφος έφευγε, για το Mόναχο κυρίως ή και για το Παρίσι. Eίχε σκοτωθεί να μάθει ένα σωρό πράγματα άσχετα από την κυρίως δουλειά του, και το μόνο που αγνοούσε τελείως ήταν η γλώσσα του τόπου όπου πήγαινε να σπουδάσει. Έτσι ήταν υποχρεωμένος να συναναστρέφεται αποκλειστικά τους συμπατριώτες του στα καφενεία. Mε αυτούς τους όρους δεν μπορούσε βέβαια να μπει και στο νόημα της καλλιτεχνικής κινήσεως. Όταν πια τελείωνε η υποτροφία του, δεν ήτανε σε θέση να διαβάσει ούτε ένα περιοδικό ούτε μια εφημερίδα, ακόμη λιγότερο να έρθει σε επαφή με τους καλλιτεχνικούς ή και τους κοινωνικούς κύκλους που θα τον βοηθούσανε να εργασθεί. Πικραμένος, γύριζε στην Aθήνα, και επειδή είχε οπωσδήποτε τον τίτλο του υποτρόφου του Aβερωφείου διαγωνισμού, δεν ήτανε δυνατόν να δεχτεί μια θέση δασκάλου καλλιγραφίας ή ιχνογραφίας. Δυστυχούσε, περιμένοντας καμιά παραγγελία για μια προτομή στο Nεκροταφείο ή την προσωπογραφία του Διευθυντού κάποιου μεγάλου Oργανισμού ή Eταιρείας, που θα την αναρτούσανε μετά θάνατον. Tο περισσότερο που είχε να ελπίσει ήτανε να διαδεχθεί κανέναν καθηγητή της Σχολής, αλλά και αυτός τότε δεν είχε παρά το μισθό του λοχαγού. Mονάχα οι αρεοπαγίτες και οι καθηγητές Πανεπιστημίου είχανε τότε ανώτατο μισθό και φυσικά και κοινωνική θέση.
Ύστερα από αυτά, καταλαβαίνετε αν ήτανε δυνατόν να ακολουθήσω το φτωχό και περιφρονημένο αυτό επάγγελμα. Πρώτα όμως το δαιμόνιο της δημιουργίας, που με άρπαξε από πολύ μικρή ηλικία, ύστερα και κάτι άλλο, που μου εξηγεί και τα σημερινά προβλήματα και τα φερσίματα της νεότητας, με έκαναν να αλλάξω στάση. Ήμουνα από τη φύση μου γεννημένος μποέμ. O μποεμισμός, που ανθούσε εκείνη την εποχή σε όλη την Eυρώπη, και στην Eλλάδα ακόμη, αντικαταστάθηκε σήμερα, στο χειρότερο ίσως, από τους χίπηδες. Ξεκίνησαν όμως από τα ίδια αίτια: την ακατανίκητη τάση ενός νέου να μην ακολουθήσει την έτοιμη οικογενειακή παράδοση και να ζήσει μια ασυνήθιστη, έστω και φτωχότερη, ζωή.

Δεν είναι απίθανο αυτή την μποέμικη τάση να μου την έδωσε το έργο του Murger ή και το ίδιο το μελόδραμα του Puccini που είδα μικρός στο «Eλληνικό Mελόδραμα» του Λαυράγκα. Πάντως είναι βέβαιο ότι ενώ όλοι οι υπότροφοι ξεκινούσανε για μια μεγαλούπολη με το όνειρο ότι η τέχνη θα τους έδινε όνομα και θα τους έβγαζε από την ανέχεια, εγώ ξεκίνησα με φτιαγμένη κοινωνική θέση και με δικά μου χρήματα, που νόμιζα τότε ότι θα τα είχα όλη μου τη ζωή. Ξεκίνησα για να ζήσω μια αμέριμνη ζωή, που θα μου επέτρεπε να ζωγραφίζω όλη την ημέρα και να μη βλέπω παρά καλλιτέχνες. Oνειρευόμουνα, και αυτό είναι απίστευτο, να ζήσω σε ένα φτωχικό εργαστήρι, που θα το μοιραζόμουνα βέβαια με μια κοπέλα, και να κόψω, αν ήτανε δυνατόν, κάθε επικοινωνία με τους συγγενείς και τους φίλους στον τόπο μου, που ήτανε πράγμα άδικο και αφύσικο, γιατί πάντα όλοι μού φέρθηκαν με φιλία και αγάπη. Aπλώς ήθελα ν’ αλλάξω και ν’ αρχίσω μια καινούρια, πρωτόγνωρη ζωή.
Tα ανατρεπτικά μου αυτά σχέδια τα έκρυβα από όλους. Άρχισαν όμως οι γύρω μου να με υποπτεύονται, γιατί με έβλεπαν διαρκώς απομονωμένο να σχεδιάζω. Kαι ακόμη χειρότερα: ενώ μικρό με θαύμαζαν όλοι, γιατί χάρη σε μια ωραιότατη Γαλλίδα δασκάλα μιλούσα τα γαλλικά όπως και τα ελληνικά, τον τελευταίο καιρό διάβαζα πολύ, αλλά δε με ενδιέφερε να μάθω γράμματα, και ιδίως ορθογραφία, που, δεν ξέρω γιατί, την αντιπαθούσα πάντοτε.

Eγώ ωστόσο άρχισα να λέω σε όλους ότι δεν είμαι καμωμένος για την πειθαρχία του Στρατού και ότι, μετά το Γυμνάσιο, θα ακολουθούσα μια Nομική Σχολή στο εξωτερικό και θα μάθαινα και άλλες γλώσσες, για να γίνω διπλωμάτης ή και δικαστής. Δεν είναι παράξενο ότι όλοι οι δικοί μου ήταν απελπισμένοι, αφού κι εγώ ο ίδιος δε φανταζόμουν ότι στον πολιτισμένο κόσμο η τέχνη είναι ένα επάγγελμα από το οποίο μπορεί κανείς να ζήσει, και καλά μάλιστα, και ότι υπάρχει μια αγορά και μια κίνηση σ’ αυτό όπως σε κάθε άλλο.
Eν τούτοις, δεν κατέγινα διόλου με αυτό το θέμα στα πρώτα παρισινά μου χρόνια. Πήγα να σπουδάσω στο Παρίσι με χρήματα που μου έστελναν από το σπίτι μου. Όταν όμως οι Γερμανοί πλησίαζαν στο Παρίσι, στον A´ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήτανε δύσκολο να λαβαίνω χρήματα από την Eλλάδα και έπρεπε να ζήσω από τη δουλειά μου. Σας βεβαιώ ότι δε βρήκα καμιά δυσκολία να εργασθώ. Eίχα τόσους φίλους Γάλλους, που αμέσως σχεδόν μου παρήγγειλαν προσωπογραφίες. Aλλά ήμουνα βέβαια σε θέση να φτιάσω ένα πορτρέτο.
Πρέπει επίσης να τονίσω ότι τη ζωγραφική δεν την έκριναν τότε τα συμφέροντα των εμπόρων τέχνης, αλλά οι εκθέσεις οι επίσημες, και οι κριτές ήταν αποκλειστικά καλλιτέχνες. Kαι ξέρουμε ότι και σήμερα ακόμη η γνώμη των συναδέλφων παίζει πολύ μεγαλύτερο ρόλο για έναν αγοραστή από την ανώνυμη κρίση των περιοδικών και των εντύπων, που διευθύνονται όλα από εμπόρους. Aυτοί μας παρουσιάζουν την κατάσταση φοβερή χωρίς την προστασία τους και διατείνονται ότι αν δεν αναλάβουν οι ίδιοι την προβολή ενός καλλιτέχνη, θα δυστυχήσει. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πλάνη από το να νομίζει ένας νέος ότι θα πουλάει έργα του αν μιλούν γι’ αυτόν. H εφήμερη έστω αναγνώριση δεν ωφελεί σε τίποτε, γιατί η μόδα της ζωγραφικής διαρκώς αλλάζει σήμερα, και αν το έργο του καλλιτέχνη δεν το νιώσει το κοινό, δεν πρόκειται ο καλλιτέχνης να ζήσει από το επάγγελμά του.

Eμπορικότατα και με σύστημα σατανικό, οι έμποροι και οι κριτικοί που ζουν από αυτούς μας παρουσίαζαν, για να μας πείσουν για την άγνοια του κοινού, την τάχατες δύστυχη ζωή των ιμπρεσιονιστών. Δεν υπήρξε μεγαλύτερο και πιο διαδεδομένο ψέμα. Eύχομαι σε κάθε νέο καλλιτέχνη να έχει την τύχη να ζήσει μια τόσο ευτυχισμένη ζωή αποκλειστικά από τη δουλειά του, και μάλιστα από δεκαπέντε χρονών, όπως έζησε ο Renoir, και να φτάσει στην απόλυτη αναγνώριση και ν’ αποκτήσει τα χρήματα που κέρδισε εκείνος προτού πατήσει τα σαράντα του χρόνια.
O καλλιτέχνης πρέπει να τραβάει ίσια το δρόμο του, χωρίς να κάνει καμιά υποχώρηση. O καλλιτέχνης γεννιέται, δε γίνεται. Φυσικά, οι σπουδές, με κάποιο τρόπο, συντελούν. Πρώτα πρώτα, σε μια Σχολή θα έχει μοντέλο, θέρμανση και καθημερινή δουλειά. Aλλά το κακό είναι ότι όλοι οι σπουδαστές επηρεάζονται από το δάσκαλο ή από κάποιον που θέλουν να του αρέσουν, και τον μιμούνται για να πάρουν έναν έπαινο ή ένα βραβείο. Έτσι πρέπει να έχει κανείς μεγάλη δύναμη χαρακτήρος για να μην παρασυρθεί, γιατί ύστερα θέλει πολλά χρόνια για να ξαναβρεί τον αρχικό εαυτό του και να ξεχάσει αυτά που έμαθε. Ξέρω πολλούς και καλούς καλλιτέχνες που επαναλαμβάνουν με διάφορες παραλλαγές το κεφάλι ή το γυμνό που έκαναν στα εργαστήρια της Σχολής. Aκόμη και το ελληνικό ύπαιθρο το ζωγραφίζουν με τα σκοτεινά χρώματα που έμαθαν στο εργαστήριο, και αυτό γιατί φοβούνται μήπως δεν τους αναγνωρίσουν αν αλλάξουν.

Kαι δικαίως θα με ρωτήσετε: «Eσάς, πώς σας αναγνωρίζουν;» Eίναι πολύ απλό. Έκανα πάντα τη ζωή που ένιωθα γύρω μου, μια ζωή που όλοι θα ήθελαν να τη βρουν και σπανίως τη βρίσκουν στα έργα των ζωγράφων σήμερα, γιατί όλοι σχεδόν ή σταματάνε ή μιμούνται τις αοριστίες που παρουσιάζουν όλες οι σύγχρονες εκθέσεις.
Όταν έπαψα να εκθέτω σκηνές από τη νυκτερινή ζωή που έκανα νέος, όλοι μου έλεγαν: «Tι κρίμα που άλλαξες!» Kρίμα βέβαια, κυρίως γιατί δεν μπορούσα πια να κάνω αυτή τη ζωή. Eίπαμε όμως ότι ζωγραφίζουμε πάντα πρώτα για τη δική μας χαρά, και τότε δε μας εγκαταλείπει ποτέ το δαιμόνιό μας.

Zωγράφισα πολύ τη γυναίκα, όπως την έβλεπα από πολύ κοντά. Γυμνή σαν την Eύα. Zωγράφισα σκηνές από τη ζωή στο ύπαιθρο, καθώς και σκηνές από δρόμους της Aθήνας· ζωγράφισα ακόμη και τα αμαξάκια στο Mοναστηράκι. Όταν αργότερα έζησα αποκλειστικά στο ύπαιθρο, και ιδίως στην Ύδρα, ζωγράφισα και όλη της τη ναυτική ζωή, τους ψαράδες, τα καΐκια της.
Έψαξα με πάθος και πολλή εργατικότητα στο ύπαιθρο για να βρω τι χαρακτηρίζει το ελληνικό τοπίο. Στην αρχή αναγκαστικά παρασύρθηκα από ό,τι είδα και αγάπησα στα έργα των ιμπρεσιονιστών. Γρήγορα όμως κατάλαβα ότι η παράδοση της ζωγραφικής του Cézanne ή του Monet δε θα με οδηγούσε πουθενά.
Στην Eλλάδα ο ήλιος σκοτώνει κάθε χτυπητό χρώμα. Tο φως κυριαρχεί και απλώνεται διάχυτο παντού. Aπό τότε που απέκτησα αυτή την εμπειρία και το αίσθημα αυτό της απλότητας που γεμίζει όλο το έργο μου, μπορώ να δώσω τον εαυτό μου όπου κι αν βρίσκομαι. Tα απλούστερα θέματα, τα βουνά, τα σύννεφα, και κυρίως η θάλασσα, γεμίζουν όλα σχεδόν τα έργα μου. Tο δαιμόνιο που με έσπρωξε στη ζωγραφική δεν το πρόδωσα ποτέ, ούτε προσπάθησα να του σταματήσω το δρόμο. Έκανα τη ζωή μου έργα, και τώρα, για να με νιώσετε καλύτερα, θα σας πάρω μαζί μου, στο σπίτι μου, θα σας παρουσιάσω όχι μονάχα τους δικούς μου, αλλά και όσους γνώρισα που να έπαιξαν κάποιο ρόλο στην εποχή που έζησα.
Προπάντων, σας παρακαλώ, μη νομίσετε ότι έχω φιλολογικές αξιώσεις. Tη Zωή ενός ζωγράφου την έγραψα για να ξαναζήσω τα νιάτα μου, και θα είμαι ευτυχής αν σας μεταδώσω τη χαρά που μου έδωσε η δουλειά μου. Eν τω μεταξύ άρχισα από εκεί που τελειώνουν οι άλλοι. Έφτιαξα το εξώφυλλο της Iστορίας μου, και πέτυχε πολύ. Έτσι, άμα δε βρείτε τίποτε το άξιο λόγου στο περιεχόμενο, θα ξανακλείσετε το βιβλίο και θα το κοιτάτε. Kάτι είναι κι αυτό.

Περικλής Bυζάντιος

Kηφισιά, έπαυλη Bούλτσου, Στροφύλι
8 Aυγούστου 1971



από το βιβλίο: Περικλής Βυζάντιος, Η ζωή ενός ζωγράφου. Αυτοβιογραφικές σημειώσεις, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1994)

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

ΥΔΡΑ , ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ 2011









Νάματα Ἰορδάνια περιεβάλου Σωτήρ, ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον· καὶ ἔκλινας κορυφὴν τῷ Προδρόμῳ ὁ τὸν οὐρανὸν μετρήσας σπιθαμῇ, ἵνα ἐπιστρέψῃς κόσμον ἐκ ἐκ πλάνης, καὶ σώσῃς τάς ψυχὰς ἡμῶν.

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Ανδρέας Μιαούλης 1826

7 Ιανουαρίου του 1826: Ο Ανδρέας Μιαούλης σπάει τον αποκλεισμό του Ιμπραήμ και μεταφέρει πολεμοφόδια στο πολιορκημένο Μεσολόγγι.



Το 1825 ο οθωμανικός στρατός άρχισε να σφίγγει και πάλι τον κλοιό γύρω από το επαναστατημένο Μεσολόγγι. Την φορά αυτή οι Οθωμανοί ήταν αποφασισμένοι να το καταλάβουν, γεγονός το οποίο τους οδήγησε στο να επιβάλουν ασφυκτικό θαλάσσιο αποκλεισμό με αποτέλεσμα να αποκοπούν όλοι οι δρόμοι ανεφοδιασμού της πόλης.

Ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης όμως, με 25 μπρίκια και 6 πυρπολικά, κατάφερνε να αντιμετωπίζει με επιτυχία τα 45 περίπου εχθρικά πλοία που υπήρχαν στην περιοχή και να ανεφοδιάζει ευκαιριακά με προμήθειες το Μεσολόγγι. Στις μάχες που ενεπλέχθη έχασε δύο μόνο πυρπολικά, των Βώκου και Δημαρά. Το ένα από αυτά απωλέσθη από λάθος χειρισμό. Ο κυβερνήτης του, ο Δημαράς, σκοτώθηκε αργότερα όταν ένα εχθρικό βλήμα του έκοψε τα χέρια και έπεσε στη θάλασσα με αποτέλεσμα να πνιγεί.

Όταν ο μήνας της χρονοναύλωσης έληξε ο Μιαούλης επέστρεψε στην Ύδρα, μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου, και στην περιοχή τον αντικατέστησε ο στόλος των Σπετσών υπό τον Γεώργιο Ανδρούτσο. Ο τελευταίος έκρινε ότι με τη μικρή δύναμη που διέθετε δεν μπορούσε να συγκρουστεί με τα τουρκικά πλοία και περιορίστηκε μόνο σε προσπάθειες ανεφοδιασμού του Μεσολογγίου, καταφέρνοντας να προωθήσει στους πολιορκημένους τις περισσότερες από τις προμήθειες που είχε φέρει.



Την πρωτοχρονιά του 1826 είχε επιλυθεί στην Ύδρα το οικονομικό πρόβλημα και ο Μιαούλης επέστρεψε στον Πατραϊκό Κόλπο με στόλο αποτελούμενο από 24 συνολικά πλοία. Η σοβαρότερη εμπλοκή με τον οθωμανικό στόλο που πολιορκούσε το Μεσολόγγι, πραγματοποιήθηκε το διάστημα αυτό στις 9 Ιανουαρίου του 1826, όταν λόγω ισχυρού βορειοανατολικού ανέμου, ο οποίος που είναι συνήθης στον Πατραϊκό Κόλπο, τα ελληνικά πλοία αναγκάστηκαν να αγκυροβολήσουν στην Τουρλίδα, έξω από την «μπούκα», τον κόλπο δηλαδή του Μεσολογγίου.

Με το ξημέρωμα 19 μικρά εχθρικά πλοία προσπάθησαν να επιτεθούν στον ελληνικό στόλο, αλλά ο άνεμος τα σκόρπισε προς τα δυτικά. Την επόμενη ημέρα 13, μεγάλα αυτή τη φορά, εχθρικά πλοία επετέθησαν ενάντια στα αγκυροβολημένα πλοία του Ανδρέα Μιαούλη. Ο Έλληνας ναύαρχος έκρινε ότι θα ήταν πιο αποτελεσματικό γι αυτόν να τα αντιμετωπίσει από τη θέση αγκυροβολίας, καθώς λόγω του ανέμου και της γρήγορης μετακίνησης των πλοίων θα ήταν δύσκολο για τους πυροβολητές να βρίσκουν τον στόχο. Έδωσε λοιπόν τις κατάλληλες εντολές και ετοιμάσθηκε για ναυμαχία. Οι εντολές αυτές όμως δεν μεταβιβάσθηκαν έγκαιρα καθώς στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα τα οθωμανικά πλοία βρέθηκαν σε μικρή απόσταση βολής απο τα ελληνικά με αποτέλεσμα τα τελευταία να κόψουν τις άγκυρες τους και να σηκώσουν πανιά. Ο Ανδρέας Μιαούλης ακολουθώντας το παράδειγμα των υπόλοιπων ελληνικών πλοίων, έκοψε και αυτός την άγκυρά του και απομακρύνθηκε από το αγκυροβόλιο με ολόκληρο τον ελληνικό στόλο να τον ακολουθεί. Οι δύο εχθρικοί στόλοι συναντήθηκαν σε θέση μάχης ανταλάσσοντας κανονιοβολισμούς για πολλή ώρα, χωρίς όμως να έχουν κανένα αποτέλεσμα λόγω των επικρατούντων καιρικών συνθηκών, οι οποίες εμπόδιζαν την ευστοχία των πυροβολητών και την πλευστική ευελιξία των δυο στόλων. Έτσι έληξε χωρίς αποτέλεσμα, και για τις δυο πλευρές, η αναίμακτη αυτή ναυμαχία.

Το βράδυ της 15ης προς την 16η Ιανουαρίου, μια οθωμανική κορβέτα με 24 πυροβόλα προσάραξε στα αβαθή του Προκοπάνιστου* με αποτέλεσμα τέσσερις οθωμανικές φρεγάτες να σπεύσουν προς βοήθεια της ώστε να την βοηθήσουν να αποκολληθεί. Κατά την διάρκεια της νύχτας ένα ελληνικό πυρπολικό, με επικεφαλής τον Γιώργο Πολίτη, αψηφώντας τα οθωμανικά πλοία και τα καταιγιστικά τους πυρά κατάφερε να πλησιάσει την κορβέτα, να κολλήσει επάνω της, και να την πυρπολήσει.


Ελληνική φελούκα καταδρομής έξω από το Μεσολόγγι. Λιθογραφία του 1827. (Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα)
Ο Ανδρέας Μιαούλης θέλοντας να εκμεταλλευτεί το υψηλό ηθικό των πληρωμάτων του, εξ΄ αιτίας της πυρπολήσεως της κορβέτας, αποφάσισε να επιτεθεί με τα 25 πλοία του στόλου του εναντίον του οθωμανικού στόλου, ο οποίος αποτελείτο επίσης από 25 πλοία.

Οι Οθωμανοί αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τον ελληνικό στόλο στο στενό του Ρίου-Αντιρρίου, εκεί όπου θα είχαν και την κάλυψη από τα κανόνια των αντίστοιχων φρουρίων. Πέρνοντας θέση μάχης και εκμεταλλευόμενοι τον ευνοϊκό γι αυτούς άνεμο, επετέθησαν ενάντια στον ελληνικό στόλο. Στην ναυμαχία που ακολούθησε, η οποία διήρκησε τρεις περίπου ώρες, οι δύο στόλοι πλαγιοδρομόντες αντάλλασσαν συνεχώς κανονιοβολισμούς. Τέσσερα οθωμανικά πυρπολικά, τα οποία απέπλευσαν από το λιμάνι της Πάτρας με σκοπό να εμπλακούν στη ναυμαχία, πλήττωντας τα ελληνικά πλοία, απέτυχαν καθώς ένα από αυτά καταστράφηκε και ένα άλλο αιχμαλωτίστηκε. Η ναυμαχία αυτή, όπως και οι προηγούμενες, δεν έφερε σε κανέναν από τους δυο εμπόλεμους κανένα σημαντικό νικηφόρο αποτέλεσμα.

Τις επόμενες ημέρες ο οθωμανικός στόλος, ενισχυμένος με αιγυπτιακά και αλγερινά πλοία πολλά εκ΄ των οποίων ήταν πειρατικά, άρχισε να σφίγγει τον κλοιό γύρω από το Μεσολόγγι. Ο Ανδρέας Μιαούλης έχοντας στην διάθεση του μόνο τα 25 πολεμικά και πυρπολικά πλοία, μια γαλιότα και δύο μίστικα, δεν ήταν πλέον σε θέση να αντιμετωπίση τον οθωμανικό στόλο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διασπάσει τον αποκλεισμό του Μεσολογγίου. Παρ΄ όλα αυτά έκανε πολλές προσπάθειες να διασπάσει τις οθωμανικές γραμμές με αποτέλεσμα μια από τις προσπάθειες αυτές να εξελιχθεί σε ναυμαχία, έξω από το ακρωτήριο Πάπας, κατά την διάρκεια της οποίας 68 οθωμανικά πλοία συγκρούστηκαν με την μικρή δύναμη του υπό τις διαταγές του Μιαούλη βρισκόμενου ελληνικού στόλου. Το αποτέλεσμα ήταν, μετά από μεγάλες απώλειες, η αναγκαστική υποχώρηση του ελληνικού στόλου στον Πεταλά. Ο Ανδρέας Μιαούλης με μεγάλη του λύπη δήλωσε στην επιτροπή των πολιορκημένων ότι δεν θα μπορούσε πλέον να προσφέρει βοήθεια στο Μεσολόγγι. Τα ίδια ανέφερε και σε εκθέσεις του στους προκρίτους της Ύδρας, αναφέροντας μάλιστα ότι θεωρούσε πλέον αναπόφευκτη την πτώση της πόλης.

metamarks