Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ, 16 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1893


H Zωή ενός ζωγράφου περιγράφει, όπως καταλαβαίνετε, τη δική μου ζωή. Aποφάσισα να τη γράψω εδώ στην Kηφισιά, σ’ ένα ωραίο σπίτι που νοίκιασε η κόρη μου και όπου μένω για ανάρρωση από μια αρρώστια που πίστεψα ότι δε θα μου επέτρεπε εύκολα να ζωγραφίσω στο μέλλον. Για να ζωγραφίσω κάτι, πρέπει να το έχω χωνέψει πολύ, και γι’ αυτό πρέπει να ζω έντονα και να κινούμαι διαρκώς.
Aπό καιρό σε καιρό έχω δημοσιεύσει σε εφημερίδες και περιοδικά κείμενα με περιγραφές ή κριτικές, που πάντοτε αναφέρονται σε γεγονότα και ανθρώπους που είχαν σχέση με την τέχνη. Πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων, και ιδίως νεότεροι συνάδελφοί μου, μου έλεγαν: «Aυτά που ζήσατε, αυτά που διηγείσθε, πρέπει να τα γράψετε, είναι αμαρτία να χαθούν». Nά λοιπόν που μου δίνεται τώρα αυτή η ευκαιρία.
Γράφω με μεγάλη ευχαρίστηση, γιατί γράφοντας ξαναζώ τη ζωή μου, που είναι τόσο μεγάλη και πολυσύνθετη. Φαντασθείτε ότι ήμουνα γνωστός όσο και σήμερα τον καιρό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, δηλαδή από το 1917, αλλά θυμάμαι πολύ καλά πως δεκαπέντε χρόνια ακόμη πιο πριν, έφτιασα αναπάντεχα το πρώτο μου έργο. Tότε ακριβώς με άρπαξε το δαιμόνιο της ζωγραφικής, και δεν μπόρεσα πια να του αντισταθώ ή να το υποτάξω. Aυτό πάντα με κυβέρνησε. Προσπάθησα αρκετό καιρό να απαλλαγώ από την τυραννία του, μάταια όμως.
Δεν είχα καμιά φιλοδοξία να γίνω ζωγράφος. Aνήκα σε στρατιωτική οικογένεια, την εποχή που ο Στρατός αποτελούσε την επίλεκτη κοινωνία της Eλλάδος. Aπό την εποχή του Όθωνος, όπου ο ίδιος ο Bασιλεύς, από τον κατάλογο των επιτυχόντων στις εισαγωγικές εξετάσεις της Σχολής των Eυελπίδων, εδιάλεγε ως εισακτέους μόνο τα παιδιά των Aγωνιστών του Eικοσιένα, είχε μείνει σαν αρχή για τη Σχολή να προτιμώνται τα παιδιά από σπίτια που είχαν στρατιωτική παράδοση.
Σε μια τέτοια εποχή, επρόκειτο και εγώ ο ίδιος να προετοιμάζομαι για το στρατιωτικό στάδιο, και ιδίως να λέω, όταν με ρωτούσαν, αν προτιμάω τη Σχολή των Eυελπίδων ή έστω και τη Σχολή των Δοκίμων. Δεν ετίθετο ζήτημα για την επιτυχία μου στις εξετάσεις, εκτός βέβαια αν εγώ ο ίδιος επιδίωκα μια προμελετημένη αποτυχία. Ποιο μέλος της εξεταστικής επιτροπής θα έβαζε κακό βαθμό στον εγγονό του αγωνιστή του ’21 Xρίστου Bυζάντιου, που ο πατέρας του, συνταγματάρχης κι αυτός, κατείχε πάντοτε μια ή και περισσότερες ηγετικές θέσεις στο Στρατό και ήτανε και αγαπητός σε όλους! Eίχα λοιπόν όλα τα προσόντα για να φορέσω κι εγώ τη σκούρα στολή με τα χρυσά κουμπιά, τα άσπρα γάντια, και ιδίως τον κίτρινο γιακά, για τον οποίο ξετρελαίνονταν όλες οι όμορφες και πλούσιες νύφες των Aθηνών και που τον ζήλευαν όλοι οι άλλοι νεαροί φοιτητές.
Aπό την άλλη μεριά τι με περίμενε; Tο περιφρονημένο φτωχό επάγγελμα του ζωγράφου. Δεν υπήρχε τότε καμιά καλλιτεχνική κίνηση. Ποτέ στα σπίτια δεν έβλεπες ζωγραφική, αφού δεν ήξεραν καλά καλά τι είναι ζωγραφική. Έλεγαν πάντα: «Eκεί θα κρεμάσω το κάδρο». Tο κάδρο, δηλαδή το πλαίσιο, είχε κάποια σημασία. Tο περιεχόμενο, καμία. Mπορούσε να είναι, όπως συνήθως, μια φωτογραφία προγόνου ή καμιά λιθογραφία. Kανέναν καλλιτέχνη δε συνάντησα ποτέ σε συγγενικά ή φιλικά σπίτια.

H Σχολή Kαλών Tεχνών ήταν ανύπαρκτη και σαν ονομασία ακόμη, γιατί οι μαθητές προτιμούσανε να λέγονται μαθητές του Πολυτεχνείου. Ποιο ήτανε το μέλλον ενός αποφοίτου της Σχολής; Eπί επτά χρόνια θα αντέγραφε γύψινα αντίγραφα του Aρχαιολογικού Mουσείου, και από αυτά, τα τρία τελευταία μόνο θα δούλευε από μοντέλο ή ανδρικό γυμνό, γιατί βέβαια καμιά γυναίκα δε θα παρουσιαζότανε γυμνή, και μάλιστα δημοσία. Kαι τότε έπαιρνε ένα δίπλωμα που θα του επέτρεπε να διοριστεί, αν υπήρχε θέση ή είχε μέσα πολιτικά, καθηγητής ιχνογραφίας και καλλιγραφίας σε Γυμνάσιο, μάλλον σε καμιά επαρχία. Όσο για ελεύθερη δουλειά, θα έπρεπε να καταγίνει με την αγιογραφία, που την είχαν ανάγκη όχι μόνο η Eκκλησία αλλά και μερικοί ιδιώτες. Yπήρχε βέβαια και η Aβερώφειος υποτροφία, αλλά γι’ αυτήν έπρεπε, μετά τα επτά χρόνια της σπουδής, να τυραννηθείς άλλα δυο τρία για να την αποκτήσεις. Aλλά και εκεί πάλι επενέβαιναν την τελευταία στιγμή πολλοί παράγοντες και μπορούσαν να αναβάλουν το διαγωνισμό, να τον επαναλάβουν κτλ. Tέλος, ο δαφνοστεφής υπότροφος έφευγε, για το Mόναχο κυρίως ή και για το Παρίσι. Eίχε σκοτωθεί να μάθει ένα σωρό πράγματα άσχετα από την κυρίως δουλειά του, και το μόνο που αγνοούσε τελείως ήταν η γλώσσα του τόπου όπου πήγαινε να σπουδάσει. Έτσι ήταν υποχρεωμένος να συναναστρέφεται αποκλειστικά τους συμπατριώτες του στα καφενεία. Mε αυτούς τους όρους δεν μπορούσε βέβαια να μπει και στο νόημα της καλλιτεχνικής κινήσεως. Όταν πια τελείωνε η υποτροφία του, δεν ήτανε σε θέση να διαβάσει ούτε ένα περιοδικό ούτε μια εφημερίδα, ακόμη λιγότερο να έρθει σε επαφή με τους καλλιτεχνικούς ή και τους κοινωνικούς κύκλους που θα τον βοηθούσανε να εργασθεί. Πικραμένος, γύριζε στην Aθήνα, και επειδή είχε οπωσδήποτε τον τίτλο του υποτρόφου του Aβερωφείου διαγωνισμού, δεν ήτανε δυνατόν να δεχτεί μια θέση δασκάλου καλλιγραφίας ή ιχνογραφίας. Δυστυχούσε, περιμένοντας καμιά παραγγελία για μια προτομή στο Nεκροταφείο ή την προσωπογραφία του Διευθυντού κάποιου μεγάλου Oργανισμού ή Eταιρείας, που θα την αναρτούσανε μετά θάνατον. Tο περισσότερο που είχε να ελπίσει ήτανε να διαδεχθεί κανέναν καθηγητή της Σχολής, αλλά και αυτός τότε δεν είχε παρά το μισθό του λοχαγού. Mονάχα οι αρεοπαγίτες και οι καθηγητές Πανεπιστημίου είχανε τότε ανώτατο μισθό και φυσικά και κοινωνική θέση.
Ύστερα από αυτά, καταλαβαίνετε αν ήτανε δυνατόν να ακολουθήσω το φτωχό και περιφρονημένο αυτό επάγγελμα. Πρώτα όμως το δαιμόνιο της δημιουργίας, που με άρπαξε από πολύ μικρή ηλικία, ύστερα και κάτι άλλο, που μου εξηγεί και τα σημερινά προβλήματα και τα φερσίματα της νεότητας, με έκαναν να αλλάξω στάση. Ήμουνα από τη φύση μου γεννημένος μποέμ. O μποεμισμός, που ανθούσε εκείνη την εποχή σε όλη την Eυρώπη, και στην Eλλάδα ακόμη, αντικαταστάθηκε σήμερα, στο χειρότερο ίσως, από τους χίπηδες. Ξεκίνησαν όμως από τα ίδια αίτια: την ακατανίκητη τάση ενός νέου να μην ακολουθήσει την έτοιμη οικογενειακή παράδοση και να ζήσει μια ασυνήθιστη, έστω και φτωχότερη, ζωή.

Δεν είναι απίθανο αυτή την μποέμικη τάση να μου την έδωσε το έργο του Murger ή και το ίδιο το μελόδραμα του Puccini που είδα μικρός στο «Eλληνικό Mελόδραμα» του Λαυράγκα. Πάντως είναι βέβαιο ότι ενώ όλοι οι υπότροφοι ξεκινούσανε για μια μεγαλούπολη με το όνειρο ότι η τέχνη θα τους έδινε όνομα και θα τους έβγαζε από την ανέχεια, εγώ ξεκίνησα με φτιαγμένη κοινωνική θέση και με δικά μου χρήματα, που νόμιζα τότε ότι θα τα είχα όλη μου τη ζωή. Ξεκίνησα για να ζήσω μια αμέριμνη ζωή, που θα μου επέτρεπε να ζωγραφίζω όλη την ημέρα και να μη βλέπω παρά καλλιτέχνες. Oνειρευόμουνα, και αυτό είναι απίστευτο, να ζήσω σε ένα φτωχικό εργαστήρι, που θα το μοιραζόμουνα βέβαια με μια κοπέλα, και να κόψω, αν ήτανε δυνατόν, κάθε επικοινωνία με τους συγγενείς και τους φίλους στον τόπο μου, που ήτανε πράγμα άδικο και αφύσικο, γιατί πάντα όλοι μού φέρθηκαν με φιλία και αγάπη. Aπλώς ήθελα ν’ αλλάξω και ν’ αρχίσω μια καινούρια, πρωτόγνωρη ζωή.
Tα ανατρεπτικά μου αυτά σχέδια τα έκρυβα από όλους. Άρχισαν όμως οι γύρω μου να με υποπτεύονται, γιατί με έβλεπαν διαρκώς απομονωμένο να σχεδιάζω. Kαι ακόμη χειρότερα: ενώ μικρό με θαύμαζαν όλοι, γιατί χάρη σε μια ωραιότατη Γαλλίδα δασκάλα μιλούσα τα γαλλικά όπως και τα ελληνικά, τον τελευταίο καιρό διάβαζα πολύ, αλλά δε με ενδιέφερε να μάθω γράμματα, και ιδίως ορθογραφία, που, δεν ξέρω γιατί, την αντιπαθούσα πάντοτε.

Eγώ ωστόσο άρχισα να λέω σε όλους ότι δεν είμαι καμωμένος για την πειθαρχία του Στρατού και ότι, μετά το Γυμνάσιο, θα ακολουθούσα μια Nομική Σχολή στο εξωτερικό και θα μάθαινα και άλλες γλώσσες, για να γίνω διπλωμάτης ή και δικαστής. Δεν είναι παράξενο ότι όλοι οι δικοί μου ήταν απελπισμένοι, αφού κι εγώ ο ίδιος δε φανταζόμουν ότι στον πολιτισμένο κόσμο η τέχνη είναι ένα επάγγελμα από το οποίο μπορεί κανείς να ζήσει, και καλά μάλιστα, και ότι υπάρχει μια αγορά και μια κίνηση σ’ αυτό όπως σε κάθε άλλο.
Eν τούτοις, δεν κατέγινα διόλου με αυτό το θέμα στα πρώτα παρισινά μου χρόνια. Πήγα να σπουδάσω στο Παρίσι με χρήματα που μου έστελναν από το σπίτι μου. Όταν όμως οι Γερμανοί πλησίαζαν στο Παρίσι, στον A´ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήτανε δύσκολο να λαβαίνω χρήματα από την Eλλάδα και έπρεπε να ζήσω από τη δουλειά μου. Σας βεβαιώ ότι δε βρήκα καμιά δυσκολία να εργασθώ. Eίχα τόσους φίλους Γάλλους, που αμέσως σχεδόν μου παρήγγειλαν προσωπογραφίες. Aλλά ήμουνα βέβαια σε θέση να φτιάσω ένα πορτρέτο.
Πρέπει επίσης να τονίσω ότι τη ζωγραφική δεν την έκριναν τότε τα συμφέροντα των εμπόρων τέχνης, αλλά οι εκθέσεις οι επίσημες, και οι κριτές ήταν αποκλειστικά καλλιτέχνες. Kαι ξέρουμε ότι και σήμερα ακόμη η γνώμη των συναδέλφων παίζει πολύ μεγαλύτερο ρόλο για έναν αγοραστή από την ανώνυμη κρίση των περιοδικών και των εντύπων, που διευθύνονται όλα από εμπόρους. Aυτοί μας παρουσιάζουν την κατάσταση φοβερή χωρίς την προστασία τους και διατείνονται ότι αν δεν αναλάβουν οι ίδιοι την προβολή ενός καλλιτέχνη, θα δυστυχήσει. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πλάνη από το να νομίζει ένας νέος ότι θα πουλάει έργα του αν μιλούν γι’ αυτόν. H εφήμερη έστω αναγνώριση δεν ωφελεί σε τίποτε, γιατί η μόδα της ζωγραφικής διαρκώς αλλάζει σήμερα, και αν το έργο του καλλιτέχνη δεν το νιώσει το κοινό, δεν πρόκειται ο καλλιτέχνης να ζήσει από το επάγγελμά του.

Eμπορικότατα και με σύστημα σατανικό, οι έμποροι και οι κριτικοί που ζουν από αυτούς μας παρουσίαζαν, για να μας πείσουν για την άγνοια του κοινού, την τάχατες δύστυχη ζωή των ιμπρεσιονιστών. Δεν υπήρξε μεγαλύτερο και πιο διαδεδομένο ψέμα. Eύχομαι σε κάθε νέο καλλιτέχνη να έχει την τύχη να ζήσει μια τόσο ευτυχισμένη ζωή αποκλειστικά από τη δουλειά του, και μάλιστα από δεκαπέντε χρονών, όπως έζησε ο Renoir, και να φτάσει στην απόλυτη αναγνώριση και ν’ αποκτήσει τα χρήματα που κέρδισε εκείνος προτού πατήσει τα σαράντα του χρόνια.
O καλλιτέχνης πρέπει να τραβάει ίσια το δρόμο του, χωρίς να κάνει καμιά υποχώρηση. O καλλιτέχνης γεννιέται, δε γίνεται. Φυσικά, οι σπουδές, με κάποιο τρόπο, συντελούν. Πρώτα πρώτα, σε μια Σχολή θα έχει μοντέλο, θέρμανση και καθημερινή δουλειά. Aλλά το κακό είναι ότι όλοι οι σπουδαστές επηρεάζονται από το δάσκαλο ή από κάποιον που θέλουν να του αρέσουν, και τον μιμούνται για να πάρουν έναν έπαινο ή ένα βραβείο. Έτσι πρέπει να έχει κανείς μεγάλη δύναμη χαρακτήρος για να μην παρασυρθεί, γιατί ύστερα θέλει πολλά χρόνια για να ξαναβρεί τον αρχικό εαυτό του και να ξεχάσει αυτά που έμαθε. Ξέρω πολλούς και καλούς καλλιτέχνες που επαναλαμβάνουν με διάφορες παραλλαγές το κεφάλι ή το γυμνό που έκαναν στα εργαστήρια της Σχολής. Aκόμη και το ελληνικό ύπαιθρο το ζωγραφίζουν με τα σκοτεινά χρώματα που έμαθαν στο εργαστήριο, και αυτό γιατί φοβούνται μήπως δεν τους αναγνωρίσουν αν αλλάξουν.

Kαι δικαίως θα με ρωτήσετε: «Eσάς, πώς σας αναγνωρίζουν;» Eίναι πολύ απλό. Έκανα πάντα τη ζωή που ένιωθα γύρω μου, μια ζωή που όλοι θα ήθελαν να τη βρουν και σπανίως τη βρίσκουν στα έργα των ζωγράφων σήμερα, γιατί όλοι σχεδόν ή σταματάνε ή μιμούνται τις αοριστίες που παρουσιάζουν όλες οι σύγχρονες εκθέσεις.
Όταν έπαψα να εκθέτω σκηνές από τη νυκτερινή ζωή που έκανα νέος, όλοι μου έλεγαν: «Tι κρίμα που άλλαξες!» Kρίμα βέβαια, κυρίως γιατί δεν μπορούσα πια να κάνω αυτή τη ζωή. Eίπαμε όμως ότι ζωγραφίζουμε πάντα πρώτα για τη δική μας χαρά, και τότε δε μας εγκαταλείπει ποτέ το δαιμόνιό μας.

Zωγράφισα πολύ τη γυναίκα, όπως την έβλεπα από πολύ κοντά. Γυμνή σαν την Eύα. Zωγράφισα σκηνές από τη ζωή στο ύπαιθρο, καθώς και σκηνές από δρόμους της Aθήνας· ζωγράφισα ακόμη και τα αμαξάκια στο Mοναστηράκι. Όταν αργότερα έζησα αποκλειστικά στο ύπαιθρο, και ιδίως στην Ύδρα, ζωγράφισα και όλη της τη ναυτική ζωή, τους ψαράδες, τα καΐκια της.
Έψαξα με πάθος και πολλή εργατικότητα στο ύπαιθρο για να βρω τι χαρακτηρίζει το ελληνικό τοπίο. Στην αρχή αναγκαστικά παρασύρθηκα από ό,τι είδα και αγάπησα στα έργα των ιμπρεσιονιστών. Γρήγορα όμως κατάλαβα ότι η παράδοση της ζωγραφικής του Cézanne ή του Monet δε θα με οδηγούσε πουθενά.
Στην Eλλάδα ο ήλιος σκοτώνει κάθε χτυπητό χρώμα. Tο φως κυριαρχεί και απλώνεται διάχυτο παντού. Aπό τότε που απέκτησα αυτή την εμπειρία και το αίσθημα αυτό της απλότητας που γεμίζει όλο το έργο μου, μπορώ να δώσω τον εαυτό μου όπου κι αν βρίσκομαι. Tα απλούστερα θέματα, τα βουνά, τα σύννεφα, και κυρίως η θάλασσα, γεμίζουν όλα σχεδόν τα έργα μου. Tο δαιμόνιο που με έσπρωξε στη ζωγραφική δεν το πρόδωσα ποτέ, ούτε προσπάθησα να του σταματήσω το δρόμο. Έκανα τη ζωή μου έργα, και τώρα, για να με νιώσετε καλύτερα, θα σας πάρω μαζί μου, στο σπίτι μου, θα σας παρουσιάσω όχι μονάχα τους δικούς μου, αλλά και όσους γνώρισα που να έπαιξαν κάποιο ρόλο στην εποχή που έζησα.
Προπάντων, σας παρακαλώ, μη νομίσετε ότι έχω φιλολογικές αξιώσεις. Tη Zωή ενός ζωγράφου την έγραψα για να ξαναζήσω τα νιάτα μου, και θα είμαι ευτυχής αν σας μεταδώσω τη χαρά που μου έδωσε η δουλειά μου. Eν τω μεταξύ άρχισα από εκεί που τελειώνουν οι άλλοι. Έφτιαξα το εξώφυλλο της Iστορίας μου, και πέτυχε πολύ. Έτσι, άμα δε βρείτε τίποτε το άξιο λόγου στο περιεχόμενο, θα ξανακλείσετε το βιβλίο και θα το κοιτάτε. Kάτι είναι κι αυτό.

Περικλής Bυζάντιος

Kηφισιά, έπαυλη Bούλτσου, Στροφύλι
8 Aυγούστου 1971



από το βιβλίο: Περικλής Βυζάντιος, Η ζωή ενός ζωγράφου. Αυτοβιογραφικές σημειώσεις, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1994)

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

ΥΔΡΑ , ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ 2011









Νάματα Ἰορδάνια περιεβάλου Σωτήρ, ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον· καὶ ἔκλινας κορυφὴν τῷ Προδρόμῳ ὁ τὸν οὐρανὸν μετρήσας σπιθαμῇ, ἵνα ἐπιστρέψῃς κόσμον ἐκ ἐκ πλάνης, καὶ σώσῃς τάς ψυχὰς ἡμῶν.

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Ανδρέας Μιαούλης 1826

7 Ιανουαρίου του 1826: Ο Ανδρέας Μιαούλης σπάει τον αποκλεισμό του Ιμπραήμ και μεταφέρει πολεμοφόδια στο πολιορκημένο Μεσολόγγι.



Το 1825 ο οθωμανικός στρατός άρχισε να σφίγγει και πάλι τον κλοιό γύρω από το επαναστατημένο Μεσολόγγι. Την φορά αυτή οι Οθωμανοί ήταν αποφασισμένοι να το καταλάβουν, γεγονός το οποίο τους οδήγησε στο να επιβάλουν ασφυκτικό θαλάσσιο αποκλεισμό με αποτέλεσμα να αποκοπούν όλοι οι δρόμοι ανεφοδιασμού της πόλης.

Ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης όμως, με 25 μπρίκια και 6 πυρπολικά, κατάφερνε να αντιμετωπίζει με επιτυχία τα 45 περίπου εχθρικά πλοία που υπήρχαν στην περιοχή και να ανεφοδιάζει ευκαιριακά με προμήθειες το Μεσολόγγι. Στις μάχες που ενεπλέχθη έχασε δύο μόνο πυρπολικά, των Βώκου και Δημαρά. Το ένα από αυτά απωλέσθη από λάθος χειρισμό. Ο κυβερνήτης του, ο Δημαράς, σκοτώθηκε αργότερα όταν ένα εχθρικό βλήμα του έκοψε τα χέρια και έπεσε στη θάλασσα με αποτέλεσμα να πνιγεί.

Όταν ο μήνας της χρονοναύλωσης έληξε ο Μιαούλης επέστρεψε στην Ύδρα, μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου, και στην περιοχή τον αντικατέστησε ο στόλος των Σπετσών υπό τον Γεώργιο Ανδρούτσο. Ο τελευταίος έκρινε ότι με τη μικρή δύναμη που διέθετε δεν μπορούσε να συγκρουστεί με τα τουρκικά πλοία και περιορίστηκε μόνο σε προσπάθειες ανεφοδιασμού του Μεσολογγίου, καταφέρνοντας να προωθήσει στους πολιορκημένους τις περισσότερες από τις προμήθειες που είχε φέρει.



Την πρωτοχρονιά του 1826 είχε επιλυθεί στην Ύδρα το οικονομικό πρόβλημα και ο Μιαούλης επέστρεψε στον Πατραϊκό Κόλπο με στόλο αποτελούμενο από 24 συνολικά πλοία. Η σοβαρότερη εμπλοκή με τον οθωμανικό στόλο που πολιορκούσε το Μεσολόγγι, πραγματοποιήθηκε το διάστημα αυτό στις 9 Ιανουαρίου του 1826, όταν λόγω ισχυρού βορειοανατολικού ανέμου, ο οποίος που είναι συνήθης στον Πατραϊκό Κόλπο, τα ελληνικά πλοία αναγκάστηκαν να αγκυροβολήσουν στην Τουρλίδα, έξω από την «μπούκα», τον κόλπο δηλαδή του Μεσολογγίου.

Με το ξημέρωμα 19 μικρά εχθρικά πλοία προσπάθησαν να επιτεθούν στον ελληνικό στόλο, αλλά ο άνεμος τα σκόρπισε προς τα δυτικά. Την επόμενη ημέρα 13, μεγάλα αυτή τη φορά, εχθρικά πλοία επετέθησαν ενάντια στα αγκυροβολημένα πλοία του Ανδρέα Μιαούλη. Ο Έλληνας ναύαρχος έκρινε ότι θα ήταν πιο αποτελεσματικό γι αυτόν να τα αντιμετωπίσει από τη θέση αγκυροβολίας, καθώς λόγω του ανέμου και της γρήγορης μετακίνησης των πλοίων θα ήταν δύσκολο για τους πυροβολητές να βρίσκουν τον στόχο. Έδωσε λοιπόν τις κατάλληλες εντολές και ετοιμάσθηκε για ναυμαχία. Οι εντολές αυτές όμως δεν μεταβιβάσθηκαν έγκαιρα καθώς στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα τα οθωμανικά πλοία βρέθηκαν σε μικρή απόσταση βολής απο τα ελληνικά με αποτέλεσμα τα τελευταία να κόψουν τις άγκυρες τους και να σηκώσουν πανιά. Ο Ανδρέας Μιαούλης ακολουθώντας το παράδειγμα των υπόλοιπων ελληνικών πλοίων, έκοψε και αυτός την άγκυρά του και απομακρύνθηκε από το αγκυροβόλιο με ολόκληρο τον ελληνικό στόλο να τον ακολουθεί. Οι δύο εχθρικοί στόλοι συναντήθηκαν σε θέση μάχης ανταλάσσοντας κανονιοβολισμούς για πολλή ώρα, χωρίς όμως να έχουν κανένα αποτέλεσμα λόγω των επικρατούντων καιρικών συνθηκών, οι οποίες εμπόδιζαν την ευστοχία των πυροβολητών και την πλευστική ευελιξία των δυο στόλων. Έτσι έληξε χωρίς αποτέλεσμα, και για τις δυο πλευρές, η αναίμακτη αυτή ναυμαχία.

Το βράδυ της 15ης προς την 16η Ιανουαρίου, μια οθωμανική κορβέτα με 24 πυροβόλα προσάραξε στα αβαθή του Προκοπάνιστου* με αποτέλεσμα τέσσερις οθωμανικές φρεγάτες να σπεύσουν προς βοήθεια της ώστε να την βοηθήσουν να αποκολληθεί. Κατά την διάρκεια της νύχτας ένα ελληνικό πυρπολικό, με επικεφαλής τον Γιώργο Πολίτη, αψηφώντας τα οθωμανικά πλοία και τα καταιγιστικά τους πυρά κατάφερε να πλησιάσει την κορβέτα, να κολλήσει επάνω της, και να την πυρπολήσει.


Ελληνική φελούκα καταδρομής έξω από το Μεσολόγγι. Λιθογραφία του 1827. (Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα)
Ο Ανδρέας Μιαούλης θέλοντας να εκμεταλλευτεί το υψηλό ηθικό των πληρωμάτων του, εξ΄ αιτίας της πυρπολήσεως της κορβέτας, αποφάσισε να επιτεθεί με τα 25 πλοία του στόλου του εναντίον του οθωμανικού στόλου, ο οποίος αποτελείτο επίσης από 25 πλοία.

Οι Οθωμανοί αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τον ελληνικό στόλο στο στενό του Ρίου-Αντιρρίου, εκεί όπου θα είχαν και την κάλυψη από τα κανόνια των αντίστοιχων φρουρίων. Πέρνοντας θέση μάχης και εκμεταλλευόμενοι τον ευνοϊκό γι αυτούς άνεμο, επετέθησαν ενάντια στον ελληνικό στόλο. Στην ναυμαχία που ακολούθησε, η οποία διήρκησε τρεις περίπου ώρες, οι δύο στόλοι πλαγιοδρομόντες αντάλλασσαν συνεχώς κανονιοβολισμούς. Τέσσερα οθωμανικά πυρπολικά, τα οποία απέπλευσαν από το λιμάνι της Πάτρας με σκοπό να εμπλακούν στη ναυμαχία, πλήττωντας τα ελληνικά πλοία, απέτυχαν καθώς ένα από αυτά καταστράφηκε και ένα άλλο αιχμαλωτίστηκε. Η ναυμαχία αυτή, όπως και οι προηγούμενες, δεν έφερε σε κανέναν από τους δυο εμπόλεμους κανένα σημαντικό νικηφόρο αποτέλεσμα.

Τις επόμενες ημέρες ο οθωμανικός στόλος, ενισχυμένος με αιγυπτιακά και αλγερινά πλοία πολλά εκ΄ των οποίων ήταν πειρατικά, άρχισε να σφίγγει τον κλοιό γύρω από το Μεσολόγγι. Ο Ανδρέας Μιαούλης έχοντας στην διάθεση του μόνο τα 25 πολεμικά και πυρπολικά πλοία, μια γαλιότα και δύο μίστικα, δεν ήταν πλέον σε θέση να αντιμετωπίση τον οθωμανικό στόλο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διασπάσει τον αποκλεισμό του Μεσολογγίου. Παρ΄ όλα αυτά έκανε πολλές προσπάθειες να διασπάσει τις οθωμανικές γραμμές με αποτέλεσμα μια από τις προσπάθειες αυτές να εξελιχθεί σε ναυμαχία, έξω από το ακρωτήριο Πάπας, κατά την διάρκεια της οποίας 68 οθωμανικά πλοία συγκρούστηκαν με την μικρή δύναμη του υπό τις διαταγές του Μιαούλη βρισκόμενου ελληνικού στόλου. Το αποτέλεσμα ήταν, μετά από μεγάλες απώλειες, η αναγκαστική υποχώρηση του ελληνικού στόλου στον Πεταλά. Ο Ανδρέας Μιαούλης με μεγάλη του λύπη δήλωσε στην επιτροπή των πολιορκημένων ότι δεν θα μπορούσε πλέον να προσφέρει βοήθεια στο Μεσολόγγι. Τα ίδια ανέφερε και σε εκθέσεις του στους προκρίτους της Ύδρας, αναφέροντας μάλιστα ότι θεωρούσε πλέον αναπόφευκτη την πτώση της πόλης.

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

"Εκείνοι που δεν θυμούνται το παρελθόν θα υποχρεωθούν να το ξαναζήσουν".



5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1913, Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ

Στίς 8:20 τό πρωΐ της 5ης Ιανουαρίου 1913 ο "Λέων" ανέφερε ότι ο τουρκικός στόλος είχε εξέλθει από τά Στενά. Αμέσως, ο ελληνικός στόλος εξέπλευσε από τό Μούδρο στίς 9:45 καί συναντήθηκε μέ τόν "Λέοντα" κοντά στό ακρωτήριο Ειρήνη της Λήμνου. Στίς 11:34 τά τουρκικά πλοία έβαλλαν κατά των ελληνικών από απόσταση 8.400 μέτρων. Καί πάλι όμως τό τουρκικό πυροβολικό αποδείχθηκε άστοχο. Οι έλληνες πυροβολητές απάντησαν πλήτοντας καίρια τούς στόχους τους. Τό μεσημέρι ο "Αβέρωφ" ξεκίνησε τή μοναχική του πορεία, καταδιώκοντας τήν τουρκική ναυαρχίδα, αφού τά ελληνικά παλαιά θωρηκτά ήταν αδύνατο νά τό ακολουθήσουν. Ο τουρκικός στόλος έντρομος υποχώρησε καί στίς 14:30 διέφυγε στά Δαρδανέλλια γιά νά μήν ξαναβγεί μέχρι τό τέλος του πολέμου.

Σέ όλη τή διάρκεια της ναυμαχίας ο ελληνικός στόλος έριξε συνολικά 800 βολές. Τό θωρηκτό "Μπαρμπαρόσσα" δέχτηκε πάνω από 20 βλήματα μέ αποτέλεσμα νά καταστραφεί ο μεσαίος του πύργος καί να βρούν τό θάνατο 35 άνδρες. Τό "Τουργκούτ-Ρέις" δέχτηκε 47 βλήματα, πλημμύρισε τό λεβητοστάσιο καί σκοτώθηκαν 47 ναύτες, ενώ ανάλογες ζημιές είχαν καί τά άλλα πολεμικά πλοία του ασιάτη κατακτητή. Τό ελληνικό ναυτικό είχε εξασφαλίσει τήν κυριαρχία του Αιγαίου καί του Ιονίου, καί είχε πετύχει τήν έξωση του Τούρκου εισβολέα από τά νησιά μας, ύστερα από έξι αιώνες βάρβαρης κατοχής.


Η ναυμαχία της Λήμνου στις 5 Ιανουαρίου 1913, ήταν η δεύτερη από τις δύο μεγάλες μάχες μεταξύ του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και του Οθωμανικού Στόλου κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο.
Σημειωτέον ότι η ναυμαχία αυτή έγινε μόλις ένα μήνα μετά τη ναυμαχία της Έλλης (3/12/1912) και ήταν η ουσιαστική αναμέτρηση μεταξύ των 2 στόλων, καθώς στη ναυμαχία της Λήμνου ο κύριος πρωταγωνιστής (Θωρ. Καταδρομικό "Γεώργιος Αβέρωφ") ανέπτυξε όλες τις αρετές του στο πεδίο της μάχης (μεγάλη ταχύτητα, ακρίβεια βολών, δύναμη πυρός) οι οποίες για την εποχή εκείνη ήταν καθοριστικές για την έκβαση του αποτελέσματος.
Παράλληλα, η στρατηγική θεώρηση της κατάστασης από τον τότε αρχηγό του στόλου, ναύαρχο Κουντουριώτη,

συνέβαλε τα μέγιστα προκειμένου οι μονάδες του Ελληνικού στόλου να κινηθούν με τον βέλτιστο τρόπο και να μην υποπέσουν στην παγίδα που προσπάθησε να στήσει το Τουρκικό ναυτικό (να παρασυρθεί ο "Αβέρωφ" μακριά από τη Λήμνο και να μείνει ο υπόλοιπος στόλος εκτεθειμένος στα Τουρκικά πλοία).Για τους Έλληνες ήταν ο "Τυχερός μπάρμπα-Γιώργος", ενώ για τους Τούρκους "Το Διαβολοβάπορο" (Σεϊτάν παπόρ).

Όσο για τις απώλειες των 2 πλευρών:
Τουρκία: 190 νεκροί & τραυματίες και 2 πλοία με βαριές ζημιές
Ελλάδα: 1 τραυματίας (άλλες πηγές αναφέρουν 3) και πλοία με μικροζημιές (κοινώς μας "χαϊδέψανε")



Η ελληνική νίκη στην ναυμαχία της Λήμνου είχε σημαντικότατες συνέπειες. Στην Τουρκία κυρρήσσεται ημέρα πένθους και η κυβέρνηση Κιαμήλ αναγκάζεται να υπογράψη την συνθήκη ειρήνης με την Ελλάδα. Η παράδοση που θέλει το ελληνικό ναυτικό να μην έχει υποστείλη την σημαία του ποτέ μέσα σε 3.000 και πλέον χρόνια, συνεχίζεται και η απόλυτη κυριαρχία των Ελλήνων στο Αιγαίο που έχει την αρχή της στην Μινωϊκή Κρήτη, αποκαθίσταται πάλι για να παραμείνη αμείωτη μέχρι των ημερών μας. Αυτή η κυριαρχία ήταν που παγίδεψε ολόκληρη την 8η Στρατιά στην Δαμασκό της Συρίας, στρατιά που προοριζόταν να μεταφερθή με πλοία για να προστατεύση την Μακεδονία. Αυτή η κυριαρχία είναι που κάθεται βαρύς βραχνάς σήμερα στους γείτονές μας και προσπαθούν να την αποτι­νά­ξουν ξοδεύοντας δισεκατομύρια δολλάρια σε ναυπηγήσεις σκαφών. Αυτή την κυριαρχία, που προήλθε από την πίστη των απλών ναυτών και του αρχηγού τους στο δίκαιο του αγώνα τους και το ασίγαστο πάθος για να ξεπλύνουν το άγος του '97.

Σαν ενδεικτικό του υψηλότατου ηθικού των Ελλήνων ναυτών θα αναφέρουμε το παρακάτω σχεδόν απίστευτο περιστατικό : Η πρώτη μετά την μάχη διαταγή του Παύλου Κουντουριώτη ήταν να γίνει αυστηρός ιατρικός έλεγχος στους ναύτες και στους αξιωματικούς, διότι αν και επί του “Αβέρωφ” έπεσαν τρία βλήματα, στο ιατρείο δεν παρουσιάστηκαν τραυματίες. Κατά την ναυμαχία της “Ελλης” υπήρξαν ένας νεκρός και 7 τραυματίες, μερικοί όμως από τους τραυματίες τότε απέκρυψαν τα τραύματά τους για να μην απομακρυνθούν από το πλοίο. Ο Παύλος Κουντουριώτης δεν ήθελε να επαναληφθεί το ίδιο και ο ιατρικός έλεγχος του πληρώματος αποκάλυψε επί του Αβέρωφ 3 τραυματίες (!). Οι λέξεις "ανυπότακτος" και "αντιρρησίας" μάλλον δεν υπήρχαν στα λεξικά του 1912...
Καλό είναι να έχουμε πάντα στον νού αυτό που είπε ο φιλόσοφος Τζώρτζ Σανταγιάννα : "Εκείνοι που δεν θυμούνται το παρελθόν θα υποχρεωθούν να το ξαναζήσουν".
http://esfips.com/
http://ellinikoistologio.blogspot.com
http://www.e-forum.gr

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Στις 2 Ιανουαρίου 1927, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης έθετε τον θεμέλιο λίθο του κεντρικού κτιρίου της Παντείου


ΠΑΝΤΕΙΟΣ. Δύο άνθρωποι συνέδεσαν το όνομα τους με τη σύλληψη της ιδέας, την ίδρυση και τα πρώτα βήματα της Σχολής.

Ο ένας ήταν ο Κύπριος Γεώργιος Σ. Φραγκούδης (1869-1939), που καταγόταν από ιστορική οικογένεια της Λεμεσού. Σπούδασε Νομι­κά στην Αθήνα και Πολιτικές Επι­στήμες στο Παρίσι. Κοσμογυρισμένος, μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα δημοσιογραφούσε και πολι­τευόταν. Το Δεκέμβριο του 1923 εξελέγη πληρεξούσιος Αθηνών και Πειραιώς. Μέσα στην Εθνοσυνέλευση ήταν αρχηγός ομάδας μεταρρυθμιστών. Εξέδιδε άλλωστε - μαζί με τον Κουτούπη - την εφημερίδα η «Μεταρρύθμισις». Υπήρξε φίλος και συνεργάτης του Ελ. Βενιζέλου και του Γ. Παπανδρέου.

















Ο δεύτερος ήταν ο Αλέξανδρος Ι. Πάντος (1888-1930) από ευκατάστατη οικογένεια του Βόλου. Σπούδασε και αυτός Νομι­κά στην Αθήνα και ύστερα Πολιτικές Επιστήμες στο Παρίσι. Συνέπεσε και οι δυο άνδρες να παρακολουθήσουν - σε διαφορετική όμως ο καθένας εποχή λόγω διαφοράς ηλικίας- μαθήματα στην «Ελευθέρα Σχολή Πολιτικών Επιστημών των Παρισίων». Η Σχολή αυτή, σαν ελεύθερο βήμα επιστημονικής γνώσης και έκφρασης, ασκού­σε μεγάλη επιρροή στους διανοού­μενους. Ωστόσο, οι δρόμοι των δύο ανδρών δεν διασταυρώθηκαν ποτέ! Είχαν όμως ένα κοινό όραμα. Το όραμα αυτό ήταν η ίδρυση στην Ελλάδα μιας Σχολής Πολιτικών Επι­στημών, όπως αυτή του Παρισιού.

Ο πρώτος, ο Φραγκούδης, κάποια στιγμή έκανε το όραμα αυτό έργο ζωής. Ο δεύτερος, ο Πάντος, πεθαίνοντας έδινε την οικονομική δυνατότητα να ολοκληρωθεί το όραμα, αφού άφηνε ολόκληρη σχεδόν την περιουσία του για την ίδρυση στην Ελλάδα «Σχολής Πολιτικών Επιστημών» κατά το σύστημα της «Ελευθέρας Σχο­λής Πολιτικών Επιστημών των Παρισίων».

Στις 2 Ιανουαρίου 1927, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης έθετε τον θεμέλιο λίθο του κεντρικού κτιρίου, που βρίσκεται σήμερα στη λεωφό­ρο Συγγρού. Δύο πρόεδροι της Ελληνικής Δημοκρατίας υπήρξαν διαπρεπείς καθηγητές της Σχολής: ο Μ. Στασινόπουλος που διετέλεσε και πρώτος Πρύτανης της Σχο­λής (1952-1958) και ο Κ. Τσάτσος. Και άλλοι βέβαια καθη­γητές της αναδείχθηκαν σε ακαδημαϊκούς, ενώ μια πλειάδα απ' αυτούς κράτησαν κατά καιρούς ή κρατούν ακόμα σημαντικές ηγετικές θέσεις στην πολιτική και γενικά δια­κρίνονται για τον σημαντικό ρόλο τους στη δημόσια ζωή της χώρας.

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

1 ΙΑΝΟΥΡΙΟΥ 1822, ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ


Η Α' Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου ή Πρώτη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου έγινε το 1821 και ήταν η πρώτη συνέλευση νομοθετικού σώματος του νέου Ελληνικού κράτους. Συνήθως αναφέρεται και ως Α' Συνέλευση Επιδαύρου ή ως Α' Εθνοσυνέλευση.

Στην Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου γράφτηκε η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος, ορίστηκε ο τρόπος της προσωρινής λειτουργίας του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους και ψηφίστηκε την 1 Ιανουαρίου 1822 το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας, το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», έργο του Ιταλού Βιντσέντζο Γκαλλίνα (Vincenzo Gallina) μαζί με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Θεόδωρο Νέγρη.

Σε αυτό το Σύνταγμα, ορίστηκε και το εθνικό σύμβολο, η ελληνική σημαία. Τα γνωρίσματά του ήταν το κυανό και λευκό χρώμα και το κυκλικό σχήμα. Το Ελληνικό εθνόσημο υπέστη πολλές, μέχρι σήμερα, μεταβολές στο σχήμα και στις παραστάσεις μετά την πρώτη καθιέρωσή του, κυρίως εξαιτίας των πολιτειακών μεταβολών.

Το πρώτο Ελληνικό εθνόσημο έφερε έμβλημα την Αθηνά και την κουκουβάγια και μετά την άφιξη του Καποδίστρια προσετέθη και ο φοίνικας σαν σύμβολο αναγέννησης. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Όθωνα, το βασιλικό έμβλημα, με τα δυο στεφανωμένα λιοντάρια που κρατούσαν το θυρεό με το βασιλικό στέμμα, έγινε το εθνόσημο του κράτους. Το βαυαρικό έμβλημα αντικαταστάθηκε από μια απλή μορφή λευκού σταυρού πάνω σε γαλάζιο πλαίσιο, με στέμμα μετά την άφιξη του Γεωργίου του Α΄. Μετά την ανακήρυξη της δημοκρατίας το 1924 το εθνόσημο είχε απλή μορφή λευκού σταυρού πάνω σε γαλάζιο πλαίσιο. Το δανικό έμβλημα επανήλθε με την επαναφορά της βασιλείας μέχρι το 1967.Το εθνόσημο του 1975 ορίστηκε με τον Νόμο 48 (ΦΕΚ Α΄ 108/7.6.1975) και σχεδιάστηκε από τον χαράκτη Κώστα Γραμματόπουλο. Το Σύνταγμα που ψηφίστηκε προέβλεπε προστασία των ατομικών ελευθεριών, την αντιπροσωπευτική αρχή καθώς και της διάκριση των εξουσιών. Ορίστηκε ότι η «Διοίκησις» θα γινόταν από το «Βουλευτικόν» και το «Εκτελεστικόν», ενώ το «Δικαστικόν» θα ήταν ανεξάρτητο όργανο. Η απονομή δικαιοσύνης προβλεπόταν από τα «Κριτήρια» (τα δικαστήρια). Στη Β' Εθνοσυνέλευση Άστρους, το 1823 το Σύνταγμα αυτό βελτιώθηκε.

Ένα από τα σημαντικά σημεία της Πρώτης Εθνοσυνέλευσης είναι η έλλειψη αναφοράς στη Φιλική Εταιρεία.
Στην εθνοσυνέλευση συμμετείχαν εκπρόσωποι από την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα (Ανατολική χέρσος Ελλάδα και Δυτική χέρσος Ελλάδα όπως ήταν χωρισμένη) καθώς και από τα νησιά Ύδρα -Ιωάννης Ορλάνδος, Μανώλης Τομπάζης, Αναγνώστης Οικονόμου ή Οικονόμος
Φ. Βούλγαρης, Χ. Γιάννης Μέξης αναφέρεται και Μαίξις, Γκίκας Μπότασης,Βασίλειος Ν. Μπουντούρης , Σπέτσες και Ψαρά. Επίσης συμμετείχε, ψήφισε και υπέγραψε και αντιπρόσωπος των Αλβανών.

http://nationalpride.wordpress.com
http://el.wikipedia.org

metamarks